Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Γένοβα


            Η Γένοβα είναι σημαντική ιστορική πόλη της Ιταλίας  με  800.000 κατοίκους (ευρύτερη περιοχή), πρωτεύουσα της Λιγουρίας, στο κέντρο του ομώνυμου κόλπου(κόλπος της Γένοβας) και πολύ σημαντικό λιμάνι της Ιταλίας. Είναι η έκτη ιταλική πόλη σε πληθυσμό, τρίτη στη Βόρεια Ιταλία και αποτελεί μέρος του εμπορικού τριγώνου Τορίνο-Γένοβα-Μιλάνο.
              Η ιστορία της συνδέεται με το εμπόριο και την ναυτιλία. Το λιμάνι της είναι το πιο σημαντικό της Ιταλίας.
              Σύμβολο της πόλης είναι ο φάρος της, γνωστός ως "La lanterna".  Η Γένοβα απέκτησε το προσωνύμιο "la Superba" λόγω του ένδοξου παρελθόντος καθώς και των εντυπωσιακών αξιοθεάτων της πόλης. Το μέρος στο ιστορικό της κέντρο στο οποίο υπάρχουν πολλά παλάτια της παλιάς πόλης της Γένοβα ανακηρύχτηκε Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς  το 2006 από την UNESCO. 
              Στο παλάτι san giorgio,  είχε την έδρα της η Τράπεζα του San Giorgio, από τις αρχαιότερες στον κόσμο. Οι τέχνες, η μουσική, η γαστρονομία, η αρχιτεκτονική και η ιστορία της πόλης συνέβαλλαν ώστε να γίνει το 2004 Ευρωπαϊκή Πολιτιστική πρωτεύουσα.
              Είναι επίσης η γενέτειρα του Χριστόφορου Κολόμβου. Σώζονται πολλά κτίρια γοτθικού και αναγεννησιακού ρυθμού. Διατηρούνται επίσης σε καλή κατάσταση και αρκετές εκκλησίες, καθώς και το σπίτι που γεννήθηκε ο Κολόμβος. Η Γένοβα ήταν εμπορικό κέντρο με μεγάλη κίνηση, ήδη από τον 4ο π.Χ. αιώνα. Αργότερα έγινε μεγάλη ναυτική δύναμη και κύριος αντίπαλος της Βενετίας. Οι Γενοβέζοι, γνωστοί παλαιότερα ως Γενουάτες, πήραν μέρος στις Σταυροφορίες και με τους Βενετούς συντέλεσαν στην άλωση  της Κωνσταντινούπολης.
                  Αξιόλογα αξιοθέατα της πόλης είναι τα ακόλουθα:
         *Τα ανάκτορα Ρόλλι:  Ήταν, κατά τα χρόνια  της "παλαιότερης δημοκρατίας της Γένοβας" οι κατάλογοι των ανακτόρων και  τα αρχοντικά των μεγάλων αριστοκρατικών οικογενειών,  που ήθελαν να κοιμηθούν - με βάση μια δημόσια κλήρωση - ή προσωπικοτήτων υπό διαμετακόμιση για επίσημες επισκέψεις.Σε μεταγενέστερους χρόνους, τα ίδια τα σπίτια έχουν φιλοξενήσει διάσημες προσωπικότητες απ΄όλον τον κόσμο.

 Τα Ανάκτορα  Rolli είναι ένα μοναδικό παράδειγμα από τα πιο εντυπωσιακά κτίρια στο ιστορικό κέντρο της Γένοβας , ειδικά κατά μήκος της αρχαίας Strade Nuove, όπου και η έδρα του Δήμου, πρώην χρυσό μονοπάτι, και της Πανεπιστημιούπολης.
          *Εκκλησία Σάντα Μαρία ντι Καστέλλο: Πρόκειται για μια εκκλησία και  ένα θρησκευτικό συγκρότημα, τα οποία διαχειρίζονται Δομινικανοί. Βρίσκεται στο λόφο Καστέλλο της πόλης, όπου υπήρχε ένα ρωμαϊκό φρούριο . Η εκκλησία πλαισιώνεται από το μεγάλο Πύργο του Embriaci. Η εκκλησία, ρωμανικού ρυθμού,  ανεγέρθηκε πριν το 900 μ.Χ.. Στεγάζει πολλά έργα τέχνης που ανατέθηκαν από τις κύριες αριστοκρατικές οικογένειες της Γένοβας σε  καλλιτέχνες της εποχής. Αξιοσημείωτες είναι οι τοιχογραφίες με τις ιστορίες του Δαβίδ και τα ζωγραφισμένα σμάλτο  από τους Γενουάτες και  το σχολείο του 16ου αιώνα.
                     *Καθεδρικός Ναός Γένοβας
                      *Λευκό Παλάτι και Κόκκινο Παλάτι της Γένοβας
                    *Βασιλικό Ανάκτορο
                      *Ενυδρείο και όρος Φάσε
                     *οδός Γκαριμπάλντι και Στραντε Νουόβε




Η Ραβέννα

       Υστερα η πόλη έγινε πρωτεύουσα του Βυζαντινού Εξαρχάτου της Ραβέννας μέχρι την εισβολή των Φράγκων το 751, μετά την οποία έγινε έδρα του Βασιλείου των Λομβαρδών.
          Αν και μεσόγεια πόλη, η Ραβέννα συνδέεται με την Αδριατική Θάλασσα με τη Διώρυγα Καντιάνο.
              

          Η Ραβέννα  είναι πόλη και δήμος της Ιταλίας,  βρίσκεται στην περιοχή της Εμίλια-Ρομάνια  και είναι η έδρα της ομώνυμης επαρχίας.
  Yπήρξε πρωτεύουσα της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 402 μέχρι την κατάρρευσή της το 476. 
       Στη συνέχεια έγινε πρωτεύουσα του Βασιλείου των Οστρογότθων,  μέχρι την κατάληψή της από τους Βυζαντινούς .
Βασιλική αγίου Απολλιναρίου

            Τα παλαιοχριστιανικά της μνημεία, τα αξιόλογα έργα του Ιουστινιανού, όπως οι Βασιλικές με την εξαίσια και περίφημη επένδυση από ψηφιδωτά, υψηλής τεχνικής και καλαισθησίας, κατατάσσουν δικαίως τη Ραβέννα στον κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Η αναγεννησιακή Φερράρα




             Η πόλη διαθέτει πλατείς δρόμους και κοσμείται από πολυάριθμα παλάτια πολλά από τα οποία χρονολογούνται από τον 14ο και τον 15ο αιώνα, όταν φιλοξενούσε την Αυλή του Οίκου του Έστε. Για την ομορφιά και την πολιτιστική σημασία της έχει χαρακτηρισθεί από την UNESCO Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
            Η Φερράρα είναι πάνω στον κύριο σιδηροδρομικό άξονα από την Μπολόνια προς την Πάντοβα και τη Βενετία και έχει διακλαδώσεις προς τη Ραβέννα, το Πότζιο Ρούσκο και το Κοντιγκόρο. Το 2006, χάρη στη σπουδαία ιστορική σημασία της, η Φερράρα έγινε η έδρα του Ιταλικού Μουσείου Ερμιτάζ. Είναι η πέμπτη πόλη στον κόσμο, που συνδέθηκε με το Ρωσικό μουσείο. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε το Ιδρυμα Ερμιτάζ Ιταλίας. 


           Η Φερράρα  είναι πόλη της Ιταλίας στην Εμίλια-Ρομάνια πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας της Φερράρα. Βρίσκεται 50 χμ βόρεια-βορειανατολικά της Μπολόνια, πάνω στον Βολάνο, κανάλι-παραπόταμο του Πάδου ο οποίος ρέει 10 χμ βορειότερα από την πόλη.

           Η πόλη διαθέτει πλατείς δρόμους και κοσμείται από πολυάριθμα παλάτια πολλά από τα οποία χρονολογούνται από τον 14ο και τον 15ο αιώνα, όταν φιλοξενούσε την Αυλή του Οίκου του Έστε.
          Από τα ωραιότερα παλάτια είναι το Παλάτσο ντέι Ντιαμάντι (Παλάτι των Διαμαντιών), που πήρε το όνομά του από το σχήμα διαμαντιού, στο οποίο είναι κομμένα τα κομμάτια πέτρας της πρόσοψης. Το palazzo στεγάζει την Εθνική Πινακοθήκη, με μεγάλη συλλογή της σχολής της Φερράρα,  που ήρθε για πρώτη φορά στο προσκήνιο το δεύτερο μισό του 15ου αιών.

            Επί της βασιλείας του Ερκολε ντ' Εστε Α΄, ενός από τους σημαντικότερες προστάτες των τεχνών στην Ιταλία του τέλους του 15ου και των αρχών του 16ου αιώνα μετά τους Μεδίκους, η Φερράρα εξελίχθηκε σε κέντρο πολιτισμού, φημισμένο για τη μουσική καθώς και για τις εικαστικές τέχνες.Οι ζωγράφοι δημιούργησαν δεσμούς με Φλαμανδούς καλλιτέχνες και τις τεχνικές τους, ανταλλάσσοντας επιρροές στις επιλογές χρωμάτων και συνθέσεων. Στη Φερράρα έρχονταν συνθέτες από πολλά μέρη της Ευρώπης, ιδιαίτερα τη Γαλλία και τη Φλάνδρα. 

               Η αρχιτεκτονική της Φερράρα επωφελήθηκε από την ιδιοφυΐα του Μπιάτζιο Ροσέττι, που του ζητήθηκε το 1484 να επανασχεδιάσει το  την  πόλη. Η ΑddizioneErculea είναι ένα από τα σημαντικότερα και ωραιότερα παραδείγματα αναγεννησιακής πολεοδόμησης και συνέβαλε στην επιλογή της Φερράρα ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Duomo  στην Piazza di Ferrara
Φερράρα
Δημοτικό Μέγαρο

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

ΙΤΑΛΙΑ

    *Η αρχαία Πομπηία
  
         Η Πομπηία ήταν πόλη της νότιας Ιταλίας,  στην πλευρά της Τυρρηνικής θάλασσας, κοντά στη , στη σημερινή Νάπολη.  Χτίστηκε τον 5ο αι. π. Χ. από τους Έλληνες,  στις ακτές της Καμπανίας,  στους πρόποδες του Βεζούβιου, κοντά στη Ρώμη.
      Η Πομπηία έπεσε στα χέρια των Ρωμαίων  και είχε επηρεαστεί πολύ από τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό. Η τοποθεσία της και το κλίμα  της ήταν περίφημα, πράγμα που την έκανε το καλύτερο θέρετρο της αρχαίας Ρώμης. 
           Πολλοί πλούσιοι Ρωμαίοι είχαν χτίσει πάνω στους σκεπασμένους με αμπέλια λόφους της, όμορφες εξοχικές επαύλεις, τις οποίες στόλιζαν με διάφορα έργα τέχνης.
           Η Πομπηία ήταν πόλη  ανθηρή, με πληθυσμό  20.000-30.000 κατοίκους. 
      Το 62 μ.Χ. έγινε ένας σφοδρότατος σεισμός,  που συντάραξε την ωραία και πλούσια αυτή πόλη. Αλλά ο σεισμός αυτός δεν ήταν παρά το προμήνυμα για την ολοσχερή καταστροφή της. Πράγματι λίγα χρόνια αργότερα, στις 24 Αυγούστου του 79 μ.Χ., μετά από μια φοβερή έκρηξη του Βεζούβιου, ένα τεράστιο κύμα από στάχτη έθαψε για πάντα, μέσα σε λίγες ώρες, την εύθυμη, σπάταλη και πανέμορφη ρωμαϊκή πόλη. Στην αρχή σηκώθηκε ένα φοβερό σύννεφο από στάχτη, η οποία σκέπασε την πόλη σε ύψος ενός μέτρου. Μόλις αντιλήφθηκαν οι κάτοικοι της Πομπηίας τη θεομηνία, άρχισαν να τρέπονται σε φυγή, παίρνοντας ο καθένας ό,τι μπορούσε να προφτάσει τις συνταρακτικές εκείνες στιγμές. Πολλοί όμως άλλαξαν γνώμη και ξαναγύριζαν αλλά τους έπιανε παραλυσία από τον πανικό.
      Ύστερα από το σύννεφο της στάχτης, κατέκλυσε την πόλη μία αφάνταστη καταιγίδα από ηφαιστειακά αναβλήματα και κίσσηρι (ελαφρόπετρα), που την σκέπασαν σε ύψος 3 και περισσότερα μέτρα, πάνω δε σ' αυτές επικάθησε νέο στρώμα από στάχτη και πέτρες, ώστε η σημερινή επίχωση φτάνει τα 6-7 μέτρα. Υπολογίζεται ότι περισσότερα από 2.000 άτομα τάφηκαν ζωντανά και πέθαναν έτσι από ασφυξία.
         Η παλαιά πόλη είχε ξεχαστεί και κανείς δεν ήξερε την ύπαρξή της. Πρώτη ανακάλυψη τμήματος της Πομπηίας έγινε το 1592, τυχαία, κατά τις εργασίες για την κατασκευή του υπόγειου υδραγωγείου της πόλης Τόρε Ανουντσιάτα που βρίσκεται εκεί κοντά.
       Τότε βρέθηκαν πολλά σημαντικά αντικείμενα, που μαζί με όσα ανακάλυψαν σε κατοπινές  ανασκαφές αποτελούν σήμερα έναν πραγματικό θησαυρό τέχνης.
      Οι ανασκαφές έφεραν την Πομπηία ζωντανή στα μάτια μας, αποκαλύπτοντας πολλές λεπτομέρειες της καθημερινότητας των κατοίκων της. Διασώθηκαν, προστατευμένες απ' τη φθορά του χρόνου, όλες οι πλούσιες επαύλεις, με τις πολυάριθμες τοιχογραφίες τους, η αγορά, οι πολυάριθμοι ναοί, το μικρό και το μεγάλο θέατρο, οι αψίδες, οι κρήνες, τα καταστήματα, τα ιδιωτικά σπίτια. Διασώθηκαν και λεπτομέρειες που μας δείχνουν τον ξαφνικό θάνατο της πόλης, από την καθημερινή ζωή που διακόπηκε απότομα. Άνθρωποι που έτρωγαν ξαπλωμένοι στα ανάκλιντρα, άνθρωποι που πνίγηκαν απ' τις αναθυμιάσεις προσπαθώντας να ξεφύγουν απ' το φριχτό θάνατο. Στα τραπέζια των πανδοχείων βρέθηκαν παρατημένα τα κύπελλα και τα πιάτα. Σε ένα δωμάτιο βρέθηκαν τα σώματα επτά παιδιών που ο θάνατος τα είχε προλάβει ενώ έπαιζαν.

    Ασύγκριτα μεγάλη είναι η αξία των ερειπίων της Πομπηίας, γιατί μας έδωσε μια ιδέα ρωμαϊκής πόλης στο σύνολό της, μέσα στην άνθησή της, της ακμής και του πλούτου της.

       Οι ανακαλύψεις αυτές τράβηξαν το παγκόσμιο ενδιαφέρον,  Ποιητές, πεζογράφοι, καλλιτέχνες και γενικά ολόκληρος ο διανοούμενος κόσμος στράφηκε προς την Πομπηία. Ο Φρίντριχ Σίλλερ αφιέρωσε ωραιότατα ποιήματα στη νεκρή πολιτεία, ο δε Έντουαρτ  Μπούλβερ-Λύττον εμπνεύστηκε το μυθιστόρημα Οι Τελευταίες Ημέρες της Πομπηίας.


             




*Ο πύργος της Πίζας

         O Κεκλιμένος Πύργος της Πίζας  ή απλά ο Πύργος της Πίζας (Torre di Pisa) είναι το λεγόμενο ιταλικά «καμπανίλε» (καμπαναριό), ανεξάρτητο κωδωνοστάσιο, του Καθεδρικού  ναού της Ιταλικής πόλης της Πίζας.  Βρίσκεται πίσω από τον Καθεδρικό ναό  και είναι η τρίτη παλαιότερη κατασκευή στην Πλατεία του Ντουόμο, της Πίζας  μετά τον Καθεδρικό ναό και του  κυκλικού σχήματος Βαπτιστήριο, ενώ δίπλα βρίσκεται και το Κοιμητήριο.
              Έχει ύψος 58,36 μέτρα από τα θεμέλια και 55 μέτρα από την βάση. Το συνολικό του βάρος είναι 14.453 τόνοι. Ο Πύργος της Πίζας, το δημοφιλές καμπαναριό του καθεδρικού ναού της Πίζας, επί 800 χρόνια, στέκεται σε μια εύθραυστη ισορροπία φλερτάροντας με τους νόμους της βαρύτητας, προκαλώντας θαυμασμό και απορία.
              Τελικά γιατί γέρνει ο Πύργος της Πίζας; Και το κυριότερο, γιατί δεν πέφτει; Λένε ότι δημιουργός του ήταν ο αρχιτέκτονας Bonanno Pisano. Πιο σύγχρονοι λένε πως σχεδιαστής του ήταν ο Diotisalvi. Άρχισε να χτίζεται το 1063. Βρίσκεται κοντά στα βορειοδυτικά τείχη της πόλης, μακριά από το κέντρο, κοντά στον ποταμό Άρνο. Βρίσκεται στο πίσω μέρος του καθεδρικού ναού. Πιθανόν να χρησιμοποιούνταν ως φάρος ή ως παρατηρητήριο. 
             Ο οχταώροφος Πύργος της Πίζας άρχισε να γέρνει όταν οι εργάτες έχτιζαν τον τρίτο όροφο, πέντε χρόνια μετά την έναρξη των εργασιών. Η αιτία είναι η σύσταση του εδάφους,  που δεν αντέχει τέτοια βαριά οικοδομήματα, καθώς στα θεμέλια του Πύργου υπάρχει υδάτινο υπέδαφος. Έτσι μειώθηκε ο ρυθμός που γέρνει στο ένα χιλιοστό τον χρόνο.
              Το 1350 τοποθέτησαν το καμπαναριό. Οι εργασίες όμως διακόπηκαν πολλές φορές. Οι λόγοι δεν ήταν μόνο η κλίση του Πύργου, αλλά και οι πόλεμοι της Πίζας με τη Γένοβα και τη Φλωρεντία.
             Το 1838 ξεκίνησαν προσπάθειες διατήρησης του μνημείου, με τις οποίες αφαιρέθηκε η βάση του κτιρίου και απομακρύνθηκαν τα νερά.
                  Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν έπαθε τίποτα.
        Το 1992 τοποθέτησαν στο εσωτερικό του ηλεκτρονικά όργανα, που παρακολουθούσαν τις κινήσεις του με κάθε λεπτομέρεια. Στην συνέχεια, εντόπισαν πως ο Πύργος όχι απλά έγερνε αλλά και περιστρεφόταν. Γι’ αυτό και τοποθέτησαν στη βόρεια πλευρά αντίβαρο 600 τόνων. Το πρόβλημα αυτό λύθηκε. Το 1995 ο Πύργος υποχώρησε και χρειάστηκε πάρα πολλές εργασίες ώστε να «σωθεί». Το συνολικό κόστος ήταν 27.000.000 ευρώ.
              Πλέον ο Πύργος και τα 293 σκαλιά του είναι ανοιχτά στο κοινό. Δικαίως ξοδεύτηκαν τόσα χρήματα γιατί ο Πύργος είναι πάλι ανοιχτός και όλοι μπορούν να ξανανεβούν τα 293 σκαλιά. Ο Πύργος της Πίζας ήταν, είναι και θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα του σύγχρονου κόσμου.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                               Πηγή: http://frapress.gr



*Το Κολοσσαίο

         Το Κολοσσαίο άρχισε να κατασκευάζεται στην εποχή του Βεσπασιανού το 72μ. Χ., συνεχίστηκε την εποχή του Τιτου και ολοκληρώθηκε όταν ήταν αυτοκράτορας ο Δομιτιανός το  80 μ.Χ. Ονομαζόταν αμφιθέατρο των Φλαβίων, από το όνομα της δυναστείας των αυτοκρατόρων που το έκτισαν. Για να κατασκευαστεί, εργάστηκαν χιλιάδες Ιουδαίοι αιχμάλωτοι που είχαν συλληφθεί από τον Τίτο μετά την καταστροφή των Ιεροσολύμων. 
             Πήρε το όνομά του από το κολοσσαίο άγαλμα του Νέρωνα (Ο Κολοσσός), που βρισκόταν στην τοποθεσία που χτίστηκε.
         Μπορούσε να χωρέσει 45.000 θεατές και είχε σχήμα έλλειψης με περιφέρεια 524 μέτρων. Οι διαστάσεις του ήταν τεράστιες: 156 x 188 μέτρα και το ύψος του έφτανε τα 48 μέτρα και είχε 4 ορόφους. Από αυτούς, οι τρεις πρώτοι είχαν αψίδες και ο 4ος 40 παράθυρα.
            Πάνω από τον 4ο όροφο υπήρχε στοά. Ο τελευταίος όροφος προοριζόταν για τις γυναίκες και τις κατώτερες τάξεις των πολιτών, ενώ ο πρώτος για τους επιφανείς πολίτες.
        Το εσωτερικό του ήταν χωρισμένο σε κερκίδες, ενώ στο κέντρο του είχε κονίστρα(αρένα),  που χωριζόταν από τις κερκίδες με ένα ψηλό βάθρο. 
    Κάτω από την κονίστρα βρίσκονταν τα υπόγεια. Εκεί βρίσκονταν τα κλουβιά με τα ζώα, τα οποία μπορούσαν να ανυψωθούν για να ανεβαίνουν τα ζώα στην αρένα, καθώς και οι μηχανικές συσκευές του κτηρίου. Πάνω από την αρένα υπήρχε μια μεγάλη τέντα, προκειμένου οι θεατές να προστατεύονται από τον ήλιο.
     Οι θεατές έμπαιναν στο κτήριο μέσα από 80 εισόδους, 4 από τις οποίες χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από τους Ρωμαίους γερουσιαστές και άρχοντες. Οι πολλές πύλες έδιναν στο Κολοσσαίο τη δυνατότητα να γεμίσει μέσα σε 15 λεπτά, και να αδειάσει μέσα σε μόλις 5. Στην κονίστρα (αρένα) οδηγούσαν δύο πύλες: η «πύλη της ζώσης σαρκός», από την οποία οι μονομάχοι εισέρχονταν στην αρένα, και η «νεκρική πύλη», από την οποία απομακρύνονταν οι νεκροί της μάχης.
    Το Κολοσσαίο έμεινε θρυλικό ως το κέντρο των αιμοχαρών θεαμάτων που απολάμβανε η ρωμαϊκή αυλή στην εποχή της παρακμής της. Η ορχήστρα είχε διαμορφωθεί κατάλληλα για να πραγματοποιούνται  μονομαχίες και θηριομαχίες,  τις οποίες χρηματοδοτούσαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες. Εκεί γίνονταν επίσης τα μαρτύρια των  Χριστιανών.
   Δυστυχώς οι αιώνες που πέρασαν έριξαν βαριά τη σκιά τους σ΄αυτό το μνημειώδες έργο των ανθρώπων! Προφανής  είναι και η εγκληματική ανθρώπινη ολιγωρία και αδιαφορία στο μείζον θέμα της συντήρησης του Κολοσσαίου. Έτσι  στη Ρώμη η «πτώση» του Κολοσσαίου άρχισε και συνεχίζεται σε τέτοιο βαθμό,  που να κινδυνεύουν μάλιστα και οι περαστικοί! Οι περιπτώσεις όπου κομμάτια αποσπώνται, σύμφωνα με το newsbomb, από τους εξωτερικούς τοίχους του μνημείου πέφτοντας κάτω είναι πλέον τόσες πολλές, που οι αρχές αναγκάζονται να λάβουν μέτρα για να προστατέψουν, τουλάχιστον τους ανθρώπους, που τυχαίνει να βρίσκονται κοντά.
  Έτσι μελετάται η κατασκευή ενός αδιαπέραστου φράγματος ασφαλείας από χυτοσίδηρο και τσιμεντένιες κολόνες, που θα τοποθετηθεί στο επίπεδο του δρόμου σε απόσταση από το Κολοσσαίο έξι ως δεκαπέντε μέτρα. Η ανακοίνωση έγινε προ ημερών από την επικεφαλής για την αρχαιολογική κληρονομιά της Ρώμης κυρία Μαρία Ροζάρια Μπαρμπέρα, η οποία είπε , ότι η υπηρεσία της έχει καθήκον για παρέμβει για λόγους ασφαλείας. 
     Στο διάσημο μνημείο της Ρώμης πρόκειται να γίνει μεγάλο έργο καθαρισμού, συντήρησης και αποκατάστασης, το πρώτο ολοκληρωμένο μετά από 73 χρόνια, χάρη στη χορηγία ύψους 25 εκατομμυρίων ευρώ από το μεγάλο κατασκευαστή υποδημάτων Tod. Το αντάλαγμα που ζήτησε ο οίκος είναι η χρήση του Κολοσσαίου για σκοπούς μάρκετινγκ για τα επόμενα 15 χρόνια. Στις 30 Νοεμβρίου άλλωστε, κατέρρευσε ένας τοίχος στην Πομπηία, γεγονός που έρχεται να προστεθεί στον μεγάλο αριθμό παρόμοιων συμβάντων στην πόλη, που καταστράφηκε από την έκρηξη του Βεζούβιου πριν από 2000 χρόνια. 



                


Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

ΒΕΡΓΙΝΑ

       Οι αρχαίες Αιγές και η Βεργίνα-Προβληματισμοί και απόψεις

            Η Βεργίνα είναι μικρή κωμόπολη στη Μακεδονία,  στο Νομό Ημαθίας,  που διοικητικά υπάγεται στην περιφέρεια Κεντρικής  Μακεδονίας. Βρίσκεται 13 χλμ. νοτιοανατολικά της Βέροιας,  πρωτεύουσας του νομού, και περίπου 80 χλμ. νοτιοδυτικά της Θεσσαλονίκης. Ο πληθυσμός της κωμόπολης ανέρχεται στις 2.000 περίπου κατοίκους και βρίσκεται στους πρόποδες των Πιερίων ορέων,  σε υψόμετρο 120 μέτρων από τη θάλασσα.
                 Η κωμόπολη βρίσκεται στη θέση των αρχαίων Αιγών, πρωτεύουσας της αρχαίας Μακεδονίας, και έγινε παγκοσμίως γνωστή το 1977, όταν η Πανεπιστημιακή Ανασκαφή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, υπό τον καθηγητή αρχαιολογίας Μανόλη Ανδρόνικο  και τους συνεργάτες του, ανακάλυψε τους τόπους ταφής των Μακεδόνων βασιλέων και ανάμεσα στους άλλους τάφους και ένα ταφικό μνημείο, που, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Ανδρόνικου, ήταν του βασιλιά  Φιλίππου Β΄, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
           Η ανακάλυψη αυτών των ευρημάτων πιστοποίησε και τη θέση της αρχαίας πόλης των Αιγών, της πρώτης πρωτεύουσας του μακεδονικού βασιλείου.


Ο τάφος του Φιλίππου Β΄
      Η θέση της σημερινής Βεργίνας αρχικά θεωρήθηκε από τους ανασκαφείς ότι συμπίπτει με την αρχαία πόλη Βάλλα, που, σύμφωνα με τον Πλίνιο  (Φυσ. Ιστ. 4.10.34), ήταν μια πόλη που βρισκόταν στα Πιέρια όρη, νότια του ποταμού Αλιάκμονα.
             Το 1968, ο Βρετανός ιστορικός Nicolas  Hamond, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Μπρίστολ πρότεινε τον συσχετισμό του αρχαιολογικού χώρου της Βεργίνας με τις αρχαίες Αιγές, την πρώτη πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου, στην οποία βρισκόταν το βασιλικό νεκροταφείο των Μακεδόνων, αλλά η πρότασή του δεν έγινε δεκτή από τους άλλους επιστήμονες.
       Το 1977, ωστόσο, με την ανακάλυψη από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης του σημαντικού ασύλητου τάφου της Βεργίνας, ο τότε ανασκαφέας Μ. Ανδρόνικος, αν και αρχικά είχε πολλές επιφυλάξεις, πείστηκε για την άποψη του Hammond. Έτσι, συμφώνησε ότι στη Βεργίνα βρίσκεται το βασιλικό νεκροταφείο των Μακεδόνων, ότι ο τάφος που ανακάλυψε είναι βασιλικός και ότι στη σημερινή Βεργίνα πρέπει να ήταν η θέση των αρχαίων Αιγών.
             Πολλά, βεβαίως, έχουν γραφτεί σχετικά με το ποια είναι η αρχαία πόλη, που υπήρξε στη θέση της σημερινής Βεργίνας, σε συνδυασμό με το αν οι Αιγές σχετίζονται ή όχι με την Έδεσσα (όπως πολλοί επιστήμονες είχαν στο παρελθόν υποστηρίξει, αγνοώντας ωστόσο το ζήτημα “εάν οι Αιγές βρίσκονταν στην Έδεσσα, πού άραγε βρισκόταν η Έδεσσα;”). 
           Σήμερα η άποψη ότι οι αρχαιότητες της Βεργίνας ανήκουν στις αρχαίες Αιγές και ότι εκεί βρίσκονται οι βασιλικοί τάφοι είναι πλέον η κρατούσα, παρά το ότι ορισμένοι επιστήμονες εξακολουθούν να την αμφισβητούν.
Αρχαιολογικές έρευνες και ευρήματα

         Οι αρχαιολόγοι είχαν δείξει ενδιαφέρον για τους λόφους γύρω από τη Βεργίνα ήδη από το 1850, υποπτευόμενοι   ότι μπορεί να βρίσκονταν ταφικά μνημεία. Ανασκαφές άρχισαν το 1861  υπό την επίβλεψη του Γάλλου αρχαιολόγου Leon Heuzey, ο οποίος υποστηριζόταν από τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄.
          Βρέθηκαν στη θέση Αγία Τριάδα τμήματα ενός μεγάλου κτηρίου που θεωρείται από πολλούς ότι χρησίμευε ως θερινό βασιλικό ανάκτορο, στην εποχή του βασιλιά Αντίγονου του  Δώσωνος. 
           Παρόλα  αυτά, οι ανασκαφές του Heuzey σταμάτησαν λόγω κινδύνου προσβολής της ανασκαφικής αποστολής από ελονοσία. Ο ανασκαφέας υποστήριξε ότι αυτή ήταν η θέση της αρχαίας πόλης Βάλλας, μια άποψη που επικράτησε μέχρι το 1976.
           Νεότερες ανασκαφές χρονολόγησαν το ανάκτορο στην εποχή του Φιλίππου Β΄.

      Μετά τον πόλεμο οι ανασκαφές επαναλήφθηκαν κατά την περίοδο 1950
 με 1960 και το υπόλοιπο του "ανακτόρου" ήρθε στην επιφάνεια.
   Και 
 πάλι  όμως οι ανασκαφές διακόπηκαν λόγω του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940.         

  Το 1937 το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με πρωτοβουλία του καθηγητή αρχαιολογίας Κωνσταντίνου Ρωμαίου, αποφάσισε να ξεκινήσει  στη Βεργίνα πανεπιστημιακή ανασκαφή για την εκπαίδευση των φοιτητών του. Ο Κ. Ρωμαίος ανέσκαψε περισσότερα τμήματα του θεωρούμενου ανακτόρου και έναν μακεδονικό τάφο, ο οποίος προς τιμήν τού ανασκαφέα του ονομάζεται "τάφος του Ρωμαίου". 
        Ο αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος πείστηκε από τον καθηγητή του Κ. Ρωμαίο ότι ένας λοφίσκος, που ανήκε στους τύμβους του νεκροταφείου της αρχαίας πόλης και λεγόταν "η Μεγάλη Τούμπα",  έκρυβε σημαντικούς τάφους.
      Το 1977  ο Ανδρόνικος ξεκίνησε μια ανασκαφή έξι εβδομάδων στην Τούμπα αυτή και ανακάλυψε τέσσερα θαμμένα ταφικά κτίσματα, τα δύο από τα οποία ήταν ασύλητα από τυμβωρύχους. Ο Ανδρόνικος, ενθαρρυμένος και από τη θεωρία του N. Hammond, υποστήριξε ότι αυτοί οι ταφικοί θάλαμοι ήταν τόποι ταφής Μακεδόνων Βασιλέων, συμπεριλαμβανομένου του τάφου του Φιλίππου Β΄ -πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου- και μίας από τις γυναίκες του, πιθανώς της Μήδας, πριγκίπισσας από τη Θράκη,  καθώς και του τάφου του έφηβου γιου τού Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης, Αλεξάνδρου Δ΄της Μακεδονίας. Η άποψη αυτή προκάλεσε παγκόσμιο ενθουσιασμό.
     Ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητήθηκε από ορισμένους επιστήμονες, οι οποίοι, βασιζόμενοι σε μελέτες που έκαναν χρήση της άποψης ότι κάποια κατασκευαστικά στοιχεία των τάφων, οι ζωγραφικές παραστάσεις και ορισμένα κτερίσματα των τάφων αυτών χρονολογούνται δύο δεκαετίες μετά τη δολοφονία και την ταφή του Φιλίππου Β΄ το 336 π.Χ.,  καθώς και σε μελέτες που χρησιμοποίησαν ανθρωπολογικά στοιχεία, υποστήριξαν ότι ο τάφος ανήκει στο Φίλιππο Γ΄,  γιο του Φιλίππου Β΄ και ετεροθαλή αδελφό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και στην περίπτωση αυτή, είναι πιθανόν η πλούσια (χρυσελεφάντινη) πανοπλία που βρέθηκε στον τάφο να ανήκει στον Μέγα Αλέξανδρο, καθώς πιστεύεται ότι ο Φίλιππος Γ΄ έφερε τα όπλα πίσω στην Μακεδονία μετά τον θάνατο τού Αλέξανδρου στη Βαβυλώνα.


     Μια άλλη μερίδα επιστημόνων αμφισβητεί ότι οι τάφοι είναι βασιλικοί και θεωρεί πιθανότερο να ανήκουν σε σημαντικούς Μακεδόνες αξιωματούχους, που απέκτησαν μεγάλο πλούτο από την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου στην Ασία,  με βάση την άποψη ότι, την εποχή της επιστροφής των Μακεδόνων από την εκστρατεία αυτή, στη Μακεδονία εισρέει τόσο μεγάλος πλούτος από τα κέρδη της εκστρατείας, που όχι μόνο κοινοί θνητοί διαθέτουν αμύθητους θησαυρούς, αλλά και η αξία του χρυσού, λόγω των μεγάλων ποσοτήτων του, μειώθηκε.
       Τρεις ακόμα τάφοι βρέθηκαν το 1980. Οι ανασκαφές στη Μεγάλη Τούμπα συνεχίστηκαν και κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990. 
      Το Μάρτιο του 2014 ανακαλύφθηκαν στη Βεργίνα πέντε ακόμη βασιλικοί τάφοι, οι οποίοι, στη φάση της έρευνας, πιθανολογείται ότι ανήκουν στον Αλέξανδρο Γ΄ και την οικογένειά του ή στην οικογένεια του Κάσσανδρου της Μακεδονίας.

Το Μυσείο και τα Εκθέματα


         Μεγάλος αριθμός κτερισμάτων, που είναι έργα τέχνης ή έχουν αξία έργων τέχνης, ήρθε στο φως από τους τάφους, πολλά από τα οποία από χρυσό, όπως η περίφημη λάρνακα  με τα αποτεφρωμένα απομεινάρια του Φιλίππου Β΄, που φέρει τον δεκαεξάκτινο ήλιο (ή αστέρι)-σύμβολο της μακεδονικής δυναστείας, η μικρότερη λάρνακα με το δωδεκάκτινο αστέρι και τα στεφάνια από φύλλα και καρπούς βαλανιδιάς.
Είσοδος στο Μουσείο βασιλικών τάφων στη Βεργίνα

       Όλα τα ευρήματα βρίσκονται μέσα στο μουσείο, το οποίο εγκαινιάσθηκε το 1993 και το οποίο κατασκευάστηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε να εγκιβωτίσει τα ταφικά κτίσματα προστατεύοντάς τα, αναδεικνύοντας  τα εκθέματα και να δείχνοντας  την επιχωματωμένη  Τούμπα, όπως ήταν πριν από τις ανασκαφές.             Μέσα υπάρχουν τέσσερις  τάφοι και ένα μικρό ιερό, το Ηρώον.  Οι δύο σπουδαιότεροι τάφοι, του Φιλίππου Β΄ και του Αλεξάνδρου Δ΄, δεν ήταν συλημένοι  και περιείχαν τους κύριους θησαυρούς του μουσείου.
           Ο τάφος του Φιλίππου Β΄ (Τάφος II), που χωριζόταν σε δύο θαλάμους (στον κύριο θάλαμο βρέθηκαν τα οστά του αποτεφρωμένου νεκρού βασιλιά και στον προθάλαμο τα οστά μιας αποτεφρωμένης νεκρής γυναίκας), περιείχε τα πολυτιμότερα ευρήματα. Η δωρικού ρυθμού πρόσοψη του θολωτού ταφικού κτίσματος φέρει δύο ζωφόρους. Μια δωρική με τρίγλυφα και μετόπες και πάνω από αυτήν μια ιωνική  με αρκετά μεγαλύτερο ύψος ζωφόρος αυτή κοσμείται με μια τοιχογραφία που, παρά την κακή κατάσταση στην οποία αποκαλύφθηκε, θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική. Πρόκειται για μια ζωγραφική παράσταση με θέμα ένα ομαδικό κυνήγι και δηλώνει ίσως την αγαπημένη ασχολία του νεκρού που ετάφη εκεί.
Ασημένια λήκυθος με χρυσό στεφάνι
            Ο ελαφρώς μικρότερος Τάφος ΙΙΙ, που αποδίδεται στον Αλέξανδρο τον Δ΄ και στον κύριο θάλαμο του οποίου βρέθηκαν τα οστά του αποτεφρωμένου νεκρού εφήβου, απέδωσε επίσης σημαντικά ευρήματα, ενώ μια στενή ζωφόρος, που απεικόνιζε αρματοδρομία, στόλιζε τους τοίχους του Τάφου.
          Ο λεγόμενος τάφος της Περσεφόνης, στους τοίχους του οποίου βρέθηκε μια θαυμάσια τοιχογραφία με θέμα την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Άδη,  και ο τέταρτος τάφος, που είχε μια εντυπωσιακή είσοδο με τέσσερις  δωρικούς κίονες και πιστεύεται ότι ανήκε στο βασιλιά  Αντίγονο Β΄Γονατά,  βρέθηκαν άγρια συλημένοι και δεν απέδωσαν σημαντικά ευρήματα.

Ο Ήλιος της Βεργίνας

Η λάρνακα με το αστέρι της Βεργίνας
            Η χρυσή λάρνακα, μέσα στην οποία ο Ανδρόνικος ταυτοποίησε τα απομεινάρια του σώματος του Φιλίππου Β΄, φέρει στο επάνω μέρος της το δεκαεξάκτινο αστέρι, το οποίο καθιερώθηκε να ονομάζεται Ήλιος της Βεργίνας και υιοθετήθηκε ως σύμβολο της ελληνικής Μακεδονίας.
           Αυτός ο Ήλιος υπήρξε σημείο διεθνούς αντιπαράθεσης το 1992, όταν το νεοϊδρυθέν κράτος της  Π. Γ. Δ. Μ.  τον χρησιμοποίησε ως σύμβολο πάνω στη σημαία του. Όμως, μετά από γενικευμένη αντίδραση του ελληνικού έθνους και των τότε ελληνικών κυβερνήσεων, που είδαν στην ενέργεια αυτή μια καπηλεία της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και υποστήριξαν σθεναρά ότι το σύμβολο βρέθηκε σε αρχαίο μνημείο εντός του ελλαδικού χώρου, η κυβέρνηση της Π.Γ.Δ.Μ. υποχρεώθηκε το 1995 να τον απομακρύνει από τη σημαία της.

Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς

          Το 1996 η UNESCO  ανακοίνωσε την ένταξη του αρχαιολογικού χώρου των Αιγών στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.


Η αρχαία Δωδώνη


                Το μαντείο  στην αρχή ήταν υπαίθριο, με μια βελανιδιά (ιερή φηγός), που γύρω είχε έναν περίβολο από χάλκινους λέβητες πάνω σε τρίποδες,  οι οποίοι με τους ήχους που έκαναν όταν χτυπούσαν μεταξύ τους αλλά και σε συνδυασμό με το θρόισμα των φύλλων του δέντρου και άλλους ήχους (περιστέρια, πηγή κτλ.) έδιναν τους χρησμούς, τούς οποίους ερμήνευαν οι ιερείς(Σελλοί).  Οι ιερείς δεν έπλεναν ποτέ τα πόδια τους και σέρνονταν στο χώμα για να έχουν επαφή με τη γη.

                Η  αρχαία Δωδώνη υπήρξε λατρευτικό κέντρο του Δία και της Διώνης. Υπήρξε, επίσης, γνωστό μαντείο του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Προσδιορίζεται γεωγραφικά σε απόσταση περίπου 2 χλμ. από τον οικισμό της Δωδώνης και κείται σε κλειστή, επιμήκη κοιλάδα, στους πρόποδες του όρους Τόμαρος, σε υψόμετρο 600 μ.

                i/ Το μαντείο και η ιστορία του 

                  Οι πρώτες μαρτυρίες για την ύπαρξη του μαντείου της Δωδώνης ως λατρευτικού χώρου τοποθετείται περί το 2600 π. Χ.. Είναι το αρχαιότερο μαντείο που συναντάται στον Ελλαδικό χώρο. Η μυθολογία λέει ότι από τη Θήβα της Αιγύπτου πέταξαν δυο περιστέρια: το ένα προσγειώθηκε στη Λιβύη,  όπου χτίστηκε ο ναός του Άμμωνα Δία, και το δεύτερο ήρθε στη Δωδώνη, , όπου ιδρύθηκε το μαντείο. 
              Στο τέλος του 5ου αιώνα χτίστηκε ένας μικρός ναός, όπου φυλάγονταν τα αφιερώματα των προσκυνητών. Οι προσκυνητές έδιναν την ερώτησή τους γραμμένη σε ένα έλασμα  (φύλλο μαλακού μετάλλου - μολύβδου), αλλά η απάντηση συνήθως τους δίνονταν προφορικά.
           Στα μέσα του 4ου αι. π.Χ., ο περίβολος με τους λέβητες αντικαταστάθηκε από έναν πιο ευρύχωρο χαμηλό πέτρινο περίβολο. Εφόσον εκεί κατοικούσε ο Δίας και το σύνολο έμοιαζε με σπίτι, ο χώρος ονομάστηκε Ιερά οικία.
Η ιερή βελανιδιά
          Στα χρόνια του Πύρρου (312-272 π.Χ.) χτίζονται στοές γύρω – γύρω, εκτός από την πλευρά της φηγού. Στο ναό και στις στοές φυλάγονταν τα αφιερώματα των πιστών. Εκείνη την εποχή χτίζονται και πολλά άλλα κτίρια: βουλευτήριο, πρυτανείο, θέατρο κτλ. και η Δωδώνη γίνεται για ένα διάστημα πρωτεύουσα των Ηπειρωτών.
        Μετά το θάνατο του Πύρρου και το γκρέμισμα του ιερού από τους Αιτωλούς το 219 π.Χ., επιδιορθώθηκε από το βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Ε και επεκτάθηκε αποκτώντας και άλλους χώρους, κολώνες κτλ. Τότε πήρε και την τελική του μορφή, ενώ κατά τον  Παυσανία,  η φηγός υπήρχε ακόμη.
         Το 167 π. Χ. , το ιερό, όπως και άλλες 70 ηπειρωτικές πόλεις, καταστράφηκε από τους Ρωμαίους  με επικεφαλής τον Αιμίλιο Παύλο, αλλά ανοικοδομήθηκε πάλι από τον Αύγουστο  μόλις το 31, μετά τη νίκη του στο Άκτιο, ο οποίος και μετέτρεψε και το θέατρο σε αρένα.  Από τότε όμως δεν άκμασε ξανά.
ii/ Το αρχαίο θέατρο


          Το αρχαίο θέατρο Δωδώνης χτίστηκε τον 3 ο αιώνα π.Χ. επί βασιλείας Πύρρου και ακολουθεί το σχέδιο που έχουν όλα τα ελληνικά θέατρα. 
         Χωρούσε 18.000 θεατές και ήταν το μεγαλύτερο της εποχής του. Κατά την τέλεση των Ναίων προς τιμήν του Νάιου Δία, εκτός από τους αγώνες στο στάδιο γίνονταν και θεατρικοί αγώνες.
Το θέατρο καταστράφηκε και επισκευάστηκε δυο φορές. Την πρώτη φορά το κατέστρεψαν οι Αιτωλοί με,  αλλά την επόμενη χρονιά ο βασιλιάς Φίλιππος Ε΄της Μακεδονίας άρχισε τις επισκευές. Το 167 π. Χ.  ο Ρωμαίος στρατηγός  Αιμίλιος Παύλος το κατέστρεψε ξανά,  ώσπου το 31 π. Χ.  το επισκεύασε πάλι ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος,  για να χρησιμοποιηθεί ως αρένα  για θηριομαχίες από τους Ρωμαίους. Ο τοίχος που υπάρχει μπροστά από τα πρώτα καθίσματα χτίστηκε αυτή την εποχή για την προστασία των θεατών από τα θηρία.