Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

ΒΟΣΠΟΡΟΣ ΚΑΙ ΠΡΙΓΚΙΠΟΝΝΗΣΙΑ

    *ΒΟΣΠΟΡΟΣ
         
  O Bόσπορος (İstanbul Boğazı) είναι πορθμός που αποτελεί τμήμα του ορίου μεταξύ της Ευρώπης και της Ασίας. Ο Βόσπορος, η Θάλασσα του Μαρμαρά και ο πορθμός των Δαρδανελίων στα νοτιοδυτικά συναποτελούν τα Τουρκικά Στενά. Όντας  ο στενότερος πορθμός του κόσμου που χρησιμοποιείται στη διεθνή ναυσιπλοϊα  ο Βόσπορος συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα με τη Θάλασσα του Μαρμαρά (που συνδέεται μέσω των Δαρδανελίων με το Αιγαίο Πέλαγος και από εκεί με τη Μεσόγειο.
                Ως όρια του Βοσπόρου ορίζονται στα βόρεια η γραμμή που συνδέει τους φάρους Ρούμελι Φενέρι και Αναντολού Φενέρι και στα νότια τους φάρους Αχίρκαπι Φενέρι και Καντίκιοϊ Ιντσίμπουρνου Φενέρι. Μεταξύ των ορίων ο πορθμός έχει μήκος 31 χλμ. με πλάτος 3.329 μ. στη βόρεια είσοδο και 2.826 μ. στη νότια. Το μέγιστο πλάτος του είναι 3.420 μ.  Το βάθος του Βοσπόρου ποικίλλει από 13 ως 110 μ. στο μέσο του πορθμού .

             Οι ακτές του πορθμού είναι πυκνοκατοικημένες, καθώς καταλαμβάνονται από την πόλη της Κωνσταντινούπολης (με  πληθυσμό που ξεπερνά τα 12 εκατομμύρια κατοίκους), που εκτείνεται προς την ενδοχώρα και από τις δύο ακτές.
            Το αρχαιοελληνικό όνομα Βόσπορος αναλύεται ως βους (βόδι) + πόρος (πέρασμα), που αναφέρεται στην Ιώ από την Ελληνική μυθολογία που μεταμορφώθηκε σε αγελάδα και καταδικάστηκε να περιπλανιέται στη γη μέχρι που διέσχισε το Βόσπορο, όπου συνάντησε τον Προμηθέα. Στη μυθολογία επίσης αναφέρεται ότι κάποτε οι κινούμενοι βράχοι, γνωστοί ως  Συμπληγάδες Πέτρες, τσάκιζαν  κάθε πλοίο που  προσπαθούσε να περάσει το Βόσπορο . Ο  ήρωας Ιάσονας  κατάφερε να περάσει, οπότε οι βράχοι σταθεροποιήθηκαν και ανοίχτηκε η Ελληνική πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα.
               Ως τμήμα του μόνου περάσματος μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου, ο Βόσπορος είχε πάντα μεγάλη εμπορική και στρατηγική σημασία.
           
             Η στρατηγική σημασία του πορθμού ήταν ένας από τους παράγοντες για την απόφαση του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου  του Μεγάλου να ιδρύσει εκεί το 330 μ.Χ. τη νέα του πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη, που έγινε γνωστή ως πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στις 29 Μαίου 1453 καταλήφθηκε  από την ανερχόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Οθωμανοί Τούρκοι οχύρωσαν την Κωνσταντινούπολη κατασκευάζοντας ένα οχυρό σε κάθε πλευρά του πορθμού.
             
            O Bόσπορος παραμένει στρατηγικά σημαντικός. Αποτελεί βασικό θαλάσσιο δρόμο για τη Ρωσία και την Ουκρανία. Ο έλεγχός του έχει υπάρξει αντικείμενο πολλών εχθροπραξιών στη σύγχρονη ιστορία, ιδιαίτερα του Ρωσοτουρκικού πολέμου, 1877-1878, καθώς και της επίθεσης των Συμμαχικών Δυνάμεων στα Δαρδανέλια κατά την Εκστρατεία της Καλλίπολης του 1915, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
             Τα τελευταία χρόνια τα Τουρκικά Στενά έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για την πετρελαιοβιομηχανία. Το Ρωσικό πετρέλαιο, από λιμάνια όπως το Νοβοροσίσκ,  εξάγεται από πετρελαιοφόρα στη Δυτική Ευρώπη και τις Η.Π.Α. μέσω των στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων.
            Τις πλευρές του Βοσπόρου ενώνουν δύο κρεμαστές γέφυρες. Η πρώτη, η Γέφυρα του Βοσπόρου,  έχει μήκος 1074 μ. και ολοκληρώθηκε το 1973. Η δεύτερη, Γέφυρα Φατίχ Σουλτάν Μεχμέτ (Βόσπορος ΙΙ) έχει μήκος 1090 μ. και ολοκληρώθηκε το 1988, περίπου 5 χλμ. βόρεια της πρώτης. 




         Ο Βόσπορος φημίζεται ιδιαίτερα για τα παραλιακά κτίσματα (γιαλιά),  που χτίστηκαν την Οθωμανική περίοδο και εκτείνονται κατά μήκος των Ευρωπαικών και Ασιατικών ακτών του πορθμού.          
             Τις ακτές και τους λόφους του πορθμού κοσμούν επίσης Οθωμανικά ανάκτορα όπως τα Τοπ ΚαπίΝτολμά ΜπαχτσέΓιλντίζ, Τσιραγκάν, Φεριγιέ, Μπεϊλέρμπεϊ, Κιουτσουκσού, Ιλαμούρ, Χατιτσέ Σουλτάν, Αντιλέ Σουλτάν και Χιντίβ, μαζί με αξιοθέατα μνημεία και κτίρια, όπως η Αγία Σοφία,  η  Αγία Ειρήνη, το Μπλε Τζαμί, το Γενί Τζαμί, το Κιλίς Αλί Πασά Τζαμί, το Νουσρέτιγιε Τζαμί, το Ντολμά Μπαχτσέ Τζαμί, το Ορτάκιοϊ Τζαμί, το Ουσκουντάρ Μιχριμάχ Σουλτάν Τζαμί, το Γενί Βαλιντέ Τζαμί, ο Πύργος του Λέανδρου (Κιζ Καλεσί), ο Πύργος Γαλατά, το Ρούμελη Χισάρ, το Αναντολού Χισάρ, το Κάστρο Γιόρος, οι Στρατώνες Σελίμιγιε, το Μουσείο Σακίπ Σαμπαντσί, το Μουσείο Σανμτπέρκ Χανίμ, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Κωνσταντινούπολης, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Μπορουσάν, το Μουσείο Τοπχανέ ι-Αμίρε, το Πανεπιστήμιο Καλών Τεχνών Μιμάρ Σινάν, το Πανεπιστήμιο Γαλατασαράι, το Πανεπιστήμιο Βοσπόρου, η Ροβέρτειος Σχολή και η Ανώτερη Στρατιωτική Σχολή Κούλελι.





*ΠΡΙΓΚΙΠΟΝΝΗΣΙΑ


         

              Τα Πριγκιποννήσια (επίσημη ονομασία), Kızıl Adalar = Κόκκινα νησιά), είναι ένα σύμπλεγμα νησιών στη Θάλασσα του Μαρμαρά, νότια της Κωνσταντινούπολης, στο στόμιο του κόλπου της Νικομηδείας. Αποτελείται από 4 μεγάλα νησιά (Πρώτη, Αντιγόνη,Χάλκη, Πρίγκηπος) και 5 μικρότερα (Πίτα, Νέανδρος, Οξειά, Πλάτη, Αντιρόβυθος).
              Στο σύμπλεγμα ανήκουν επίσης οι ύφαλοι Βόρδωνες, που θεωρούνται το απομεινάρι ενός δέκατου νησιού, το οποίο καταποντίστηκε ύστερα από κάποιο σεισμό. Στους Βόρδωνες υπήρχε το βυζαντινό μοναστήρι του Γόρδωνος ή των Αρμενιακών, στο οποίο είχε ταφεί ο Πατριάρχης Φώτιος Α΄ σύμφωνα με μία εκδοχή.
            Τα νησιά απέχουν 8 ως 11 μίλια από την Κωνσταντινούπολη. Τα τέσσερα μεγάλα κατοικούνταν ανέκαθεν, ενώ τον 20ο αιώνα κατοικήθηκε και η Αντιρόβυθος.   
             Τα Πριγκιποννήσια μνημονεύονται για πρώτη φορά τον 4ο αιώνα π.Χ. από τον Αριστοτέλη με το όνομα «Χαλκηδόνιοι νήσοι» ή «Δημόνησοι», από το όνομα κάποιου Δημόνησου, ο οποίος πρώτος  επεξεργάστηκε  τον υποθαλάσσιο χαλκό, που ανέσκαπταν στον παρακείμενο βυθό είλωτες εργάτες. Τα νησιά αυτά αποτέλεσαν από ενωρίς τόπο εξόρυξης χαλκού, που ήταν πολύτιμο μετάλλευμα εκείνα τα χρόνια.
              Η σημερινή ονομασία προήλθε από την εποχή που το μεγαλύτερο νησί υπήρξε ιδιοκτησία του βυζαντινού πρίγκιπα Ιουστίνου Κουροπαλάτη, στα 569 μ.Χ., ο οποίος έκτισε και ανάκτορο σε αυτό. Έκτοτε το νησί ονομάστηκε «Νήσος του Πρίγκηπος» και κατ' επέκταση τα γύρω νησιά «Πριγκηπόνησα». Πλήθος πριγκίπων και βυζαντινών αξιωματούχων κατέφευγαν στα ειδυλλιακά αυτά νησιά για ξεκούραση και συλλογισμό.

         Οι Οθωμανοί τα αποκαλούσαν με διάφορα ονόματα κατά καιρούς, όπως:
Kizil adalar (Ερυθρόνησα), από τις κοκκινωπές ανταύγειες των οροσειρών τους.
Papaz adalari (Παπαδονήσια), επειδή τα κατοικούσαν πολλοί καλόγεροι.
Seytan adalari (Διαβολονήσια), μεταφράζοντας κυριολεκτικά το «Δαιμονόνησα», που ήταν παραποίηση του αρχαίου «Δημόνησοι».
     Στην καθημερινή ομιλία οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης τα αποκαλούσαν «τα Νησιά», ενώ η σημερινή επίσημη τουρκική ονομασία τους είναι: Istanbul adalari (Τα νησιά της Πόλης).
        Στη Χάλκη των Πριγκιποννήσων και συγκεκριμένα στο ναό της Αγίας Τριάδας έδρευε η ομώνυμη  Θεολογική Σχολή. Μπουκαμβίλιες, πυράκανθοι, κυπαρίσσια, πεύκα, φοίνικες περιβάλλουν το επιβλητικό οίκημα της σχολής. Παράθυρα με βαριές πορφυρές βελούδινες κουρτίνες, πολυθρόνες και καρέκλες με ταπετσαρία στο ίδιο χρώμα, ανατολίτικα χαλιά απλωμένα σε όλη την επιφάνεια του καλογυαλισμένου παρκέ. Πάνω από την πόρτα, στην εσωτερική πλευρά της αίθουσας, ζωγραφισμένο στον τοίχο, το πορτρέτο του σπουδαιότερου ευεργέτη και δωρητή Παύλου Σκυλίτση Στεφάνοβικ, ο οποίος το 1896 ανοικοδόμησε με δαπάνες του το νέο κτίριο (το σημερινό) της Θεολογικής Σχολής. Στους τοίχους πορτρέτα πατριαρχών, καθηγητών, λογίων.