Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Η ΚΑΣΤΡΟΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑ

            Δεν είναι πολλοί οι αρχαιολογικοί χώροι στην Ελλάδα που αποτελούν προορισμό αφ’ εαυτοίς. Όχι γιατί δεν είναι «αξιοθέατοι», αλλά γιατί συνήθως υπάρχει δίπλα τους ένα trendy χωριό/ resort/ must see που δεν κλέβει απλά λίγη από τη δόξα τους, αλλά τείνει να τους βάζει –τουλάχιστον  την πλειοψηφία των επισκεπτών τους– σε δεύτερη μοίρα.
        Τους Δελφούς τους επισκέπτεσαι ανάμεσα σε δύο ξενύχτια στην Αράχωβα, την επίσκεψη στην Ολυμπία την προγραμματίζεις για το διάλειμμα από τις βουτιές στον Καϊάφα.

         Στο Μυστρά, όμως, ξεκινάς για να πας. Λίγο το μέγεθος της Καστροπολιτείας, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα μεγάλο χωριό με τα σημερινά δεδομένα, και λίγο η έλλειψη πολυδιαφημισμένων τουριστικών προορισμών γύρω της, την καθιστούν ένα γεμάτο, όσο και εξαιρετικά ενδιαφέρον  Σαββατοκύριακο  μόνη της.
       Το αντιλαμβάνεσαι ήδη από την πρώτη στροφή του δρόμου από την οποία την αντικρίζεις για πρώτη φορά. Ένας ψηλός, απόκρημνος λόφος, που θα τον έλεγες βράχο αν δεν ήταν τόσο πράσινος, και που μοιάζει φτιαγμένος για να στεφανώνεται από κάστρο, είναι η πρώτη εικόνα της, κι αυτή που χαράσσεται πιο βαθιά στη μνήμη. Όσο και αν προσπαθήσεις, δεν μπορείς να τον φανταστείς χωρίς τα πέτρινα κτίσματα που στολίζουν αμέτρητα σημεία του.

   Τα κτίσματα αυτά, εντυπωσιακά καλοδιατηρημένες βυζαντινές εκκλησίες στην πλειοψηφία τους, αλλά και παλάτια, σπίτια, γεφυράκια και κάστρο, αφηγούνται την ιστορία μιας πολιτείας που γνώρισε σπουδαία ακμή ως πρωτεύουσα του βυζαντινού δεσποτάτου του Μορέως, πλούτισε από το εμπόριο με Ανατολή και Δύση και έστεψε βασιλιά τον τελευταίο αυτοκράτορα, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.
         Τρεις φορές κατακτήθηκε, από Τούρκους, Ενετούς και ξανά Τούρκους, από το 1460 μέχρι να αποτελέσει ένα από τα πρώτα μέρη της Ελλάδας που απελευθερώθηκαν το 1821.
      Η Καστροπολιτεία έχει δύο εισόδους. Η πρώτη που συναντάμε είναι η κύρια είσοδος, αυτή που οδηγεί στο νότιο τμήμα της. Εδώ θα έχετε την ευκαιρία να επισκεφθείτε την Μητρόπολη, όπου στέφθηκε αυτοκράτορας στις 12 Μαρτίου 1449 ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, τον ναό της Οδηγήτριας, οι τοιχογραφίες του οποίου χρονολογούνται από το 1312, το μοναστήρι της Παντάνασσας που φιλοξενεί σήμερα έξι καλόγριες, και η διακόσμηση του οποίου εμπνέεται από την γοτθική τέχνη, και την Περίβλεπτο, με τις εντυπωσιακές τοιχογραφίες.
         Ακριβώς δίπλα στη Μητρόπολη, ειδική μνεία αξίζει το μικρούλι Μουσείο του Μυστρά, το οποίο θα σας εντυπωσιάσει αν έχετε συνηθίσει τα μάλλον παραμελημένα μουσεία της επαρχίας. Εντυπωσιακά σχεδιασμένο, με τεράστια, φλούο πλεξιγκλάς να συνοδεύουν τα εκθέματα και να περιγράφουν την καθημερινότητα, το εμπόριο και τις τέχνες στον Μυστρά της βυζαντινής περιόδου. Ανάμεσα στα εκθέματα, ξεχωρίζουν τα κοσμήματα, οι επίσημες ενδυμασίες και η κόμη μιας ευγενούς που σώζεται ατόφια, τα χειροποίητα Ευαγγέλια με τους καλλιγραφικούς στίχους και η αναπαραγωγή ενός φορέματος της εποχής και των υποδημάτων που το συνόδευαν.
       Εντυπωσιακά σηματοδοτημένος είναι και ο υπόλοιπος αρχαιολογικός χώρος, με πινακίδες που αναλύουν τη διάταξη της Καστροπολιτείας, την καθημερινότητα, τις θρησκευτικές λειτουργίες, τις μάχες, το εμπόριο και τους στενούς δεσμούς με την Κωνσταντινούπολη.

        Δεν είναι, όμως, μόνο τα αξιοθέατα που θα επισκεφθείτε και οι ιστορικές γνώσεις που θα αποκομίσετε από την περιήγησή σας στο νότιο τμήμα της Καστροπολιτείας: είναι, πολύ περισσότερο, η αίσθηση ότι περπατάτε σε ένα ολοζώντανο μνημείο, το οποίο αυτήν την εποχή ευωδιάζει από λουλούδια και πρασινίζει από πυκνή βλάστηση, που θα σας αφήσει τις εντονότερες αναμνήσεις από την επίσκεψή σας στον Μυστρά.
         Όταν χορτάσετε περπάτημα στα λιθόκτιστα δρομάκια του κάτω τμήματος, θα επιστρέψετε από την κεντρική είσοδο στο πάρκινγκ, και θα οδηγήσετε τα πέντε λεπτά μέχρι την επάνω είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, γνωστή ως Πύλη του Κάστρου. Οι πιο τολμηροί μπορούν να συνεχίσουν την ανάβαση του λόφου με τα πόδια από το κάτω τμήμα. Αν επιλέξετε την «τεμπέλικη» λύση, θα αφήσετε το αυτοκίνητο στο επάνω πάρκινγκ, θα δείξετε το εισιτήριό σας στην Πύλη –ισχύει το ίδιο εισιτήριο για πολλαπλές εισόδους και από τις δύο πύλες, όλη την ημέρα– και θα ξεκινήσετε την ανάβαση προς την κτισμένη το 1249 φράγκικη Ακρόπολη του Κάστρου. Το εγχείρημα ακούγεται πολύ ευκολότερο απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα, καθότι ακόμη κι αυτή η «εύκολη» λύση προϋποθέτει τουλάχιστον δέκα λεπτά ανάβασης μέχρι τα τείχη του κάστρου που στεφανώνει το λόφο του Μυστρά. Η διαδρομή, όμως, στο λιθόκτιστο μονοπάτι που ελίσσεται ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση και η μαγευτική θέα από την κορυφή του λόφου στον κάμπο της Σπάρτης θα σας αποζημιώσει με το παραπάνω. Στο επάνω τμήμα του λόφου βρίσκονται, εκτός από το κάστρο, ο εντυπωσιακός ναός της Αγίας Σοφίας, που χρονολογείται από τον 11ο αιώνα, αλλά και τα παλάτια των δεσποτών –τα οποία δυστυχώς αυτήν την εποχή είναι κλειστά λόγω εργασιών συντήρησης. Αξίζει να μείνετε μέχρι την ώρα του ηλιοβασιλέματος, για να έχετε την ευκαιρία να θαυμάσετε από ψηλά τον λόφο και τη γύρω περιοχή λουσμένα στο πορτοκαλί φως του ήλιου που δύει.
          Αφήνοντας την Καστροπολιτεία του Μυστρά –που πολύ θα θέλαμε να μπορούσε, όπως η Μονεμβασιά, να μας φιλοξενήσει– θα πιάσετε τραπεζάκι για ντόπιο κρασί και σπιτικά εδέσματα στην πλατεία του ομώνυμου χωριού, θα βολτάρετε στα γύρω χωριουδάκια, Πικουλιάνικα, Παρόρι, Ταϋγέτη και Άγιος Ιωάννης, και θα εξερευνήσετε τα εξαιρετικά σηματοδοτημένα μονοπάτια του Ταΰγετου. Θα επιχειρήσετε την δίωρη ανάβαση μέχρι το καταφύγιο. Θα ανακαλύψετε σε κάθε σημείο της διαδρομής και μία έκπληξη: ένα ποτάμι την πορεία του οποίου θα ακολουθήσετε, νιώθοντας ότι μεταφερθήκατε στο παραμυθένιο σκηνικό ενός μαγεμένου δάσους, ένα ξέφωτο με πανοραμική θέα στη γύρω περιοχή, μια πηγή που αναβλύζει κρυστάλλινο νερό. Και θα αφεθείτε να σας μαγέψει αυτό που είναι ίσως το ομορφότερο ελατοδάσος της Πελοποννήσου. Info  Ο Μυστράς απέχει 5 χιλιόμετρα από την Σπάρτη, και περί τα 230 χιλιόμετρα από την Αθήνα.  Ο αρχαιολογικός χώρος είναι ανοικτός καθημερινά, από τις 8.00 το πρωί έως τις 20.00 το βράδυ. 

     Επιβάλλεται όμως στο σημείο αυτό να κάνουμε μια αναδρομή στην πολύχρονη και πολυκύμαντη ιστορία του Μυστρά.
        Ο Μυστράς  λοιπόν ήταν βυζαντινή  πολιτεία της Πελοποννήσου . Σήμερα είναι ερειπωμένος, αν και έχουν αναστηλωθεί ορισμένα κτίσματα, όπως τα παλάτια, και αποτελεί πολύτιμη πηγή για τη γνώση της ιστορίας, της τέχνης και του πολιτισμού των δύο τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου.
              Η ιστορία "της νεκρής πολιτείας" σήμερα του Μυστρά αρχίζει από τα μέσα του 13ου αιώνα, όταν ολοκληρώθηκε  η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους.
           Το 1249 ο Γουλιέλμος Β΄Βιλλαρδουίνος  έκτισε το κάστρο του στην ανατολική πλευρά του Ταϋγέτου, στην κορυφή ενός υψώματος με απότομη και κωνοειδή μορφή, που λεγόταν Μυστράς ή Μυζυθράς λόγω του σχήματός του ή εκ του ονόματος του παλαιότερου ιδιοκτήτη που λεγόταν Μυζηθράς.                    
             Μετά την ήττα των Φράγκων στη μάχη της Πελαγονίας το 1259, το κάστρο του Μυστρά παραχωρήθηκε στο Βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο. Από το 1262 έγινε έδρα βυζαντινού στρατηγού του   και από τότε άρχισε η κυρίως ιστορική περίοδός του, που διήρκεσε δύο αιώνες. 
           Οι κάτοικοι της γειτονικής Λακεδαίμονος έρχονται και εγκαθίστανται γύρω από το κάστρο, γι' αυτό και η κατοικημένη περιοχή, που ονομάζεται χώρα,  οχυρώθηκε με τείχος
    .  Συν τω χρόνω δημιουργήθηκε και νέα συνοικία, έξω από το τείχος, που ονομάσθηκε κάτω χώρα και προστατεύθηκε επίσης με τείχος.
        Από το 1308 το σύστημα της διοικήσεως μεταβάλλεται και οι στρατηγοί γίνονται μόνιμοι διοικητές και κατά τα μέσα του 14ου αιώνα ο Μυστράς καθίσταται πρωτεύουσα της Βυζαντινής Πελοποννήσου. Έτσι δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο του Μορέως.
       Συνετοί Δεσπότες,  όπως ο Μανουήλ Κατακουζηνός, ο Θεόδωρος Β΄Παλαιολόγος,  ο Κωνσταντίνος ο Β΄Παλαιολόγος ο μετέπειτα τελευταίος αυτοκράτωρ του Βυζαντίου, συνετέλεσαν ώστε ο Μυστράς να επεκτείνει την εξουσία του σε όλη την Πελοπόννησο και να γίνει εστία της πολιτικής και πνευματικής ζωής της αυτοκρατορίας, καθώς και το κέντρο της αναγεννήσεως των γραμμάτων και των τεχνών. Σοφοί, καλλιτέχνες και λόγιοι συγκεντρώνονταν στην αυλή του Δεσπότου.  Σπουδαιότερος και σημαντικότερος απ' όλους, ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων.
       Το 1460 ο Μυστράς παραδίνεται στους Τούρκους και από τότε αρχίζει η παρακμή του. Την περίοδο 1687  έως 1715  το Μυστρά, όπως και όλη την Πελοπόννησο, τον κατείχαν ΟΙ Βενετοί.
       Το 1770, κατά την επανάσταση του Ορλώφ, ένα μικρό στράτευμα Ελλήνων και Ρώσων έκλεισε την τούρκικη φρουρά μέσα στο κάστρο. Στην επανάσταση του 1821 η συμμετοχή του Μυστρά είναι σημαντική.
          Το 1825 λεηλατήθηκε από τους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ  και από τότε σιγά σιγά εγκαταλείφθηκε και ιδρύθηκε ο νέος Μυστράς, το σημερινό ομώνυμο χωριό στους πρόποδες του λόφου.
       Με την ίδρυση του ελεύθερου κράτους οι Αρχές της επαρχίας Λακωνίας εγκαταστάθηκαν στον ερειπωμένο Μυστρά, λίγο όμως αργότερα, το 1834,  ο Βασιλιάς Όθων  θεμελιώνει τη νέα πόλη, τη Σπάρτη,  επί του πρώτου πολεοδομικού σχεδίου που εκπονήθηκε στην Ελλάδα για να ακολουθήσει στη συνέχεια το Γύθειο, , μετά από αίτηση των κατοίκων του Μυστρά να επανασχεδιαστεί η πόλη της Σπάρτης από αρχιτέκτονες που ο Ιωάννης Καποδίστριας θα έστελνε, πριν τη δολοφονία του.
       Από τότε άρχισαν να εγκαταλείπουν το Μυστρά και οι τελευταίοι κάτοικοί του.