Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

Θεοδοσιανά τείχη*Οβελίσκος Θεοδοσίου Α΄* Επταπύργιο

          α/ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΤΕΙΧΗ (ΘΕΟΔΟΣΙΑΝΑ)


            Ως Θεοδοσιανά τείχη της Κωνσταντινούπολης είναι γνωστά τα χερσαία τείχη με τα οποία ο Θεοδόσιος Β' τείχισε την πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
       . Η κατασκευή τους ξεκίνησε το 408 υπό την επίβλεψη του επάρχου των πραιτωρίων της Ανατολής Ανθέμιου, ενώ μετά από ένα σεισμό επισκευάστηκαν και απέκτησαν την τελική τους μορφή το 447.
          Τα "Θεοφύλακτα" τείχη της Κωνσταντινούπολης ήταν ένα σύνθετο οχυρωματικό έργο με δύο κλιμακούμενους βασικούς δακτυλίους, το "μικρό τείχος" και το "μέγα τείχος", τους οποίους συμπλήρωναν τάφροι και συμπληρωματικά εμπόδια. Το μεγάλο τείχος είχε πάχος 5 μέτρα και ύψος 12 μέτρα ενώ κάθε 60 μέτρα υπήρχαν τετράγωνοι η οκτάγωνοι πύργοι. 
      Συνολικά οι πύργοι που υπήρχαν 
στο "μέγα τείχος" ήταν 96, ενίσχυαν την άμυνα του τείχους, ενώ επέτρεπαν την πλαγιοκόπηση των επιτιθέμενων. Επίσης στους πύργους αυτούς υπήρχαν πλατφόρμες από όπου οι αμυνόμενοι εκτόξευαν πέτρες αλλά και το περίφημο "υγρό πυρ". 


      Το "μικρό τείχος" λειτουργούσε ως προτείχισμα, ένα πρώτο σημαντικό εμπόδιο για τον επιτιθέμενο, είχε ύψος μόλις τέσσερα μέτρα ενώ και οι πύργοι του ήταν σημαντικά μικρότεροι από αυτούς του κυρίου τείχους. Τη  βασική οχύρωση συμπλήρωνε μια τάφρος πλάτους 18 και βάθους 8 μέτρων. Η τάφρος αυτή κατασκευάστηκε το 1000 μ. Χ.  και ήταν χωρισμένη σε τμήματα ώστε αυτά να πλημμυρίζουν με νερό και να λειτουργούν αυτόνομα.  Τα τοιχώματα της τάφρου ήταν χτισμένα, ενώ στο εσωτερικό χείλος της είχε ένα ακόμη μικρό τείχισμα στο ύψος ενός άνδρα. Το τείχισμα αυτό είχε κατασκευαστεί το 1341 μ.Χ. από μεγάλο Δούκα Απόκαυκο. Σε ένα σημείο του δακτύλιου το τείχος ήταν μονό, ψηλότερο (  και είχε χτιστεί από τον Αυτοκράτορα Ηράκλειο για να συμπεριλάβει την περιοχή των Βλαχερνών. 

    Το υλικό των τειχών ήταν πέντε λωρίδες από κεραμικές πλίνθους, γεγονός που σφράγιζε το οχυρό με την επιρροή της Ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής.

          Ουσιαστικά τα "θεοφύλακτα" τείχη της Κωνσταντινούπολης αποτελούσαν ένα επιβλητικό θέαμα και στην εποχή τους προκαλούσαν δέος σε οποιοδήποτε επιτιθέμενο. Έμειναν απόρθητα για πάνω από 1000 χρόνια,  αφού άντεξαν επιθέσεις από πολλούς επίδοξους κατακτητές ( Αβάρους, Ρώσους κτλ) και  έχοντας πολύ μικρή φρουρά, καθιστούσαν την Κωνσταντινούπολη την ασφαλέστερη πόλη στην Ανατολή και ουσιαστικά  ενίσχυαν  το κύρος και την πολιτική εξουσία του εκάστοτε Βυζαντινού Αυτοκράτορα.
     Για τα τείχη αυτά ένας Γερμανός μηχανικός που συμμετείχε σε εργασίες αναστήλωσης τους είχε πει ότι αποτελούν "στρατιωτικό δόγμα αποτυπωμένο στην πέτρα....". 
     
       Η ισχυρή διπλή σειρά τειχών προστάτευσε την πόλη και κατά συνέπεια την Αυτοκρατορία σε πολλές πολιορκίες διαμέσου  των αιώνων, συμβάλλοντας  στην προσωνυμία τους ως «θεοφύλακτα». Η μόνη φορά που παραβιάστηκαν από εχθρό ήταν το 1453, όταν οιΟθωμανοί, με τη χρήση ισχυρού πυροβολικού, τα διέσπασαν και κατέλαβαν την πόλη, καταλύοντας έτσι και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία

β/  Ο ΟΒΕΛΙΣΚΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ Α΄



       Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν από τους Ρωμαίους την πρακτική να υψώνουν στήλες και κίονες για τιμητικούς λόγους, χωρίς δομική χρήση. Ο κύριος προορισμός τέτοιων στηλών ή κιόνων ήταν η μνημόνευση ενός προσώπου (συνήθως αυτοκράτορα) ή ενός γεγονότος (συνήθως μιας νίκης επί εχθρών). Στην Κωνσταντινούπολη υπάρχουν ακόμα  αρκετά από αυτά τα μνημεία, ορισμένα εκ των οποίων σώζονται μόνο αποσπασματικά.
      Χοντρικά μπορούν να διαιρεθούν σε δύο κατηγορίες: α) μονολιθικοί κίονες με βάση και κιονόκρανο, που υποβαστάζουν το άγαλμα του τιμώμενου προσώπου (όπως η στήλη του Μαρκιανού), β) ιστορημένες στήλες, εμπνευσμένες από τη στήλη του Τραϊανού στη Ρώμη, οι οποίες αποτελούνταν από σπονδύλους που εδράζονταν σε μια βάση και υποβάσταζαν ένα κιονόκρανο, πάνω στο οποίο υπήρχε ένα άγαλμα (στήλες του Θεοδοσίου Α΄ και του Αρκαδίου).  
     
   Η συνήθεια εγκαταλείφθηκε μετά τον 6ο αιώνα. Αναβίωσε εκ νέου το 13ο αιώνα με τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄, που τοποθέτησε έναν κίονα με το άγαλμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ κοντά στην εκκλησία των Αγίων  Αποστόλων. 
        Η τοποθέτηση οβελίσκων, οι οποίοι μεταφέρονταν συνήθως από την Αίγυπτο, επίσης συνέχιζε μια ρωμαϊκή πρακτική. Ένας τέτοιος οβελίσκος, που πήρε την ονομασία του από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄, κοσμούσε τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης.
          Ο οβελίσκος του Θεοδοσίου Α΄ δημιουργήθηκε το 1550 π.Χ. στο Λούξορ της Αιγύπτου και μεταφέρθηκε και στήθηκε στον χώρο του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης το 390 μ.Χ από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ ως τιμητική στήλη εις ανάμνηση των πολεμικών κατορθωμάτων του.

  
            
      


γ/ΕΠΤΑΠΥΡΓΙΟ

       Το Επταπύργιο της Κωνσταντινούπολης, τουρκικά Γεντί Κουλέ ή Γεντή Κουλέ (Yedikule) είναι ένα κάστρο ενσωματωμένο στα τείχη της Κωνσταντινούπολης, στο νοτιοδυτικό τους τμήμα.
         Παρά την Χρυσή Πύλη (Χρυσεία Πύλη), που φέρεται να θεμελιώθηκε από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ζήνωνα, χρησιμοποιήθηκε ως τόπος κράτησης και βασανιστηρίων. Παραμελημένο όμως στη συνέχεια σχεδόν κατέρρευσε, οπότε και οικοδομήθηκε εκ νέου από τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή και τους μετέπειτα Αυτοκράτορες Βασίλειο Β΄Κωνσταντίνο Η΄ και Μανουήλ Α΄ Κομνηνό, επί της ηγεμονίας του οποίου και ολοκληρώθηκε.        
            Το αρχικό του όνομα ήταν "στρογγυλό"", αργότερα "Κυκλόβιο", Καστέλιο και τελικά "Πενταπύργιο",  επειδή είχε λάβει σχήμα πενταγώνου φέροντας ένα πύργο σε κάθε γωνία.
            Κατά την Άλωση της Πόλης από του Λατίνους το 1204 το Πενταπύργιο καταστράφηκε οπότε και ανοικοδομήθηκε το 1350 επί αυτοκράτορα Ιωάννη Στ΄ του Καντακουζηνού.
        Λίγα χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς προστέθηκαν εκατέρωθεν της εισόδου του δύο ακόμη πύργοι οπότε και επεκράτησε από τότε το όνομα "Επταπύργιο" (κάστρο), και για τους Τούρκους Γεντικουλέ Χισαρί.
           Όταν ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής κατέλαβε την Πόλη αμέσως επισκεύασε το κάστρο αυτό επιφέροντας κάποιες τροποποιήσεις προκειμένου να εξυπηρετεί περισσότερο τις ανάγκες του στρατού του ως  στρατιωτικό θησαυροφυλάκιο, ενώ ένα μέρος του αποτελούσε πυριτιδαποθήκες. Ως θησαυροφυλάκιο παρέμενε για τρεις περίπου αιώνες.

το Επταπύργιο το 1827
      . Στη συνέχεια μετατράπηκε σε φυλακή, ιδίως για σημαίνοντες κρατουμένους αλλά και ως τόπος μυστικών εκτελέσεων. Έτσι μεταξύ άλλων στο Γεντί Κουλέ φυλακίσθηκε και εκτελέστηκε από τους Γενίτσαρους το 1622 ο νεαρός Σουλτάνος Οσμάν Β' ενώ πριν απ΄ αυτόν είχε φυλακισθεί το 1618 ο Σουλτάνος Μουσταφάς Α΄και το 1648 ο Ιμπραήμ Α'. Επίσης σ΄ αυτό, είχε φυλακισθεί και ο τελευταίος αυτοκράτορας της Τραπεζούντας, ο Δαυίδ Μέγας Κομνηνός, και το 1714 ο Ηγεμόνας της Βλαχίας Κωνσταντίνος Βραγκοβάνος μαζί με τα τέσσερα παιδιά του όπου στις 15 Αυγούστου του ίδιου έτους ακολούθησε ο απαγχονισμός τους.
             Σε ένα από τους επτά πύργους γινόταν μυστικά αποκεφαλισμοί ανεπιθύμητων προσώπων που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο, των οποίων τα κεφάλια στη συνέχεια ρίχνονταν σε φρεάτιο, το λεγόμενο "φρέαρ του αίματος", το άνοιγμα του οποίου ήταν στο μέσον του δαπέδου.
          Στο Επταπύργιο είχαν κρατηθεί επίσης και πολλοί διπλωμάτες κυρίως της Γαλλίας όπως ο Πρέσβης Λεμπρέν που παρέμεινε τρία χρόνια έγκλειστος σ΄ αυτό, ως και ο Φραγκίσκος Πουκεβίλ, την περίοδο που ο Μέγας Ναπολέων είχε κάνει απόβαση στην Αίγυπτο. Τελευταίος εγκλεισμός κρατουμένου στις φυλακές αυτές ήταν το 1837

Το Γεντί Κουλέ σήμερα

            Το 1851 λειτούργησε σ΄ αυτό ζωολογικός κήπος "κήπος των λεόντων" αποτελώντας παράρτημα του "Τοπ Καπί" και τελικά το 1895 μετατράπηκε σε μουσείο.
          Αργότερα το κάστρο παραμελήθηκε και πάλι χρησιμοποιούμενο ευκαιριακά ως αποθήκη στρατιωτικού υλικού.
          Σήμερα ένα τμήμα του διατηρείται καλώς και προκαλεί  τουριστικό ενδιαφέρον. Ανάλογα με τα γεγονότα που έχουν λάβει χώρα στο Γεντί Κουλέ οι Τούρκοι έχουν δώσει ιδιαίτερο όνομα σε καθένα από τους επτά πύργους, τα ονόματα των οποίων και είναι:
  1. O Πύργος του Οσμάν
  2. Ο Πύργος του στρατού
  3. Ο Πύργος του Αχμέτ
  4. Ο Πύργος του Θησαυροφυλακίου
  5. Ο Πύργος των φυλακών (ή μπουντρούμι)
  6. Ο Κορυφαίος Πύργος (επίσης φυλακή) και
  7. Ο Πύργος των Γενιτσάρων ή Πύργος Σημαίας.