Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

ΠΡΟΠΥΛΑΙΑ και Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΝΙΚΗΣ

     ΤΑ ΠΡΟΠΥΛΑΙΑ    

  

           Άλλο ένα μνημείο στον ιερό βράχο της Ακρόπολης είναι τα Προπύλαια που χτίσθηκαν από  τον Μνησικλή  κατά τη διάρκεια του χρυσού αιώνα του Περικλή . Τα Προπύλαια, που βρίσκονται στο δυτικό άκρο του λόφου, είναι η πύλη εισόδου της Ακρόπολης. Αν και δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, η σημερινή δομή έγινε το 437 πχ από τον Μνησικλή.

            Η πύλη προορίζονταν να αντικαταστήσει μια προηγούμενη πύλη που κατασκευάστηκε την εποχή του Πεισίστρατου το 530 πΧ. Η εσωτερική και εξωτερική κιονοστοιχία είναι δωρικού ρυθμού, υπενθυμίζοντας εκείνη του Παρθενώνα, αν και είναι πολύ πιο σοβαρή. Στο εσωτερικό έχει πιο λεπτούς κίονες ιωνικού ρυθμού. Στην κεντρική πύλη υπάρχουν δυο αίθουσες. Η  μία χρησιμοποιήθηκε ως πινακοθήκη και η άλλη, αν και δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, πιθανότατα προορίζονταν ως γλυπτοθήκη.

      "  Ήδη από την προϊστορική εποχή (περ. 1.300-1.200 π.Χ.) η κύρια πρόσβαση στην Ακρόπολη βρισκόταν προς δυσμάς, όπου το έδαφος ήταν ομαλτερο και επέτρεπε την άνετη διαμόρφωση εισόδου.

              Στους μυκηναϊκούς χρόνους, στενό μονοπάτι ανηφόριζε από τη νότια πλευρά του βράχου κατά μήκος της βάσης του ισχυρού πύργου, όπου αργότερα εδράστηκε ο ναός της Αθηνάς Νίκης, και κατέληγε σε οχυρωμένη είσοδο στα δυτικά, ενώ μία δεύτερη είσοδος βρισκόταν βορειοανατολικά του Ερεχθείου.  
Αναπαράσταση Προπυλαίων
 


                Με τη μεταφορά του πολιτικού κέντρου των Αθηνών από τον βράχο στην κάτω πόλη (Αγορά) και έπειτα από την αναδιοργάνωση της εορτής των Παναθηναίων από τον Πεισίστρατο το 566 π.Χ., ο μυκηναϊκός πυλώνας αντικαταστάθηκε από πώρινο πρόπυλο, τα θεμέλια του οποίου ενσωματώθηκαν αργότερα στα μνησίκλεια Προπύλαια. Ταυτόχρονα, κατασκευάστηκε κεκλιμένο επίπεδο (ράμπα) , που οδηγούσε από τους δυτικούς πρόποδες του βράχου στην είσοδο του τεμένους, όπου προστέθηκε αναλημματικός τοίχος, με σκοπό την ευκολότερη διακίνηση των λατρευτών που συνέρρεαν στην Ακρόπολη. 
                    Μετά την μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.), τη θέση του αρχαϊκού προπύλου κατέλαβε νέο, μαρμάρινο με άξονα ΒΑ-ΝΔ. Στις δύο του πλευρές σχηματίζονταν στοές με τέσσερις κίονες ανάμεσα σε παραστάδες.  Μεταξύ των δύο προσόψεων ανοίγονταν πέντε θύρες, ενώ βαθμιδωτή «εξέδρα» κατά μήκος της δυτικής πλευράς με αφετηρία στη νοτιοδυτική γωνία χρησίμευε για τη συγκέντρωση του πλήθους των επισκεπτών.
              Η περσική εισβολή του 480 π.Χ. στην Αθήνα οδήγησε στη διακοπή των εργασιών ανέγερσης και προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στο πρόπυλο, το οποίο επισκευάστηκε μετά την επιστροφή των Αθηναίων από τη Σαλαμίνα για την εξυπηρέτηση των λατρευτικών αναγκών του ιερού.
        Το 437 π.Χ., μέσα στα πλαίσια της εφαρμογής του περίκλειου οικοδομικού προγράμματος, το μαρμάρινο πρόπυλο κατεδαφίστηκε και αντικαταστάθηκε από καινούριο, πολύ μεγαλύτερο μνημειώδες κτίσμα, έργο του Μνησικλέους. Στο σχέδιο, που προέβλεπε τη διαμόρφωση κτιρίου αποτελούμενου από κεντρικό οικοδόμημα με δύο πλαϊνές πτέρυγες, περιελήφθη διεύρυνση της αρχαϊκής πρόσβασης, της οποίας το πλάτος διπλασιάστηκε χωρίς ταυτόχρονη μεταβολή του μήκους της, ενώ προς βορρά  και προς νότο προστέθηκε αναλημματικός τοίχος. Άγνωστη παραμένει η εσωτερική διαμόρφωση του κεκλιμένου επιπέδου.
      Το ορθογώνιο κεντρικό οικοδόμημα, με προσανατολισμό Δ-Α, του οποίου τη μορφή μιμήθηκαν τα Μεγάλα Προπύλαια της Ελευσίνας (2ος αι. μ.Χ.), χωριζόταν σε δύο μέρη: το βαθύτερο δυτικό τμήμα διακρινόταν σε τρία κλίτη με δύο σειρές από ιωνικούς κίονες κατά μήκος του κύριου αξονά του, έφερε πρόσοψη με 6 δωρικούς κίονες, ακόσμητο αέτωμα και οροφή με εντυπωσιακά διακοσμημένα φατνώματα (χρυσό αστέρι σε βαθυκύανο έδαφος)· ο τοιχοβάτης, οι βαθμίδες και το θρανίο κατά μήκος του βορείου και του νοτίου τοίχου ήταν καμωμένα από σκουρόχρωμο ελευσινιακό λίθο. Εγκάρσιος τοίχος με 5 ανοίγματα εξασφάλιζε την επικοινωνία με το ρηχότερο ανατολικό τμήμα, το οποίο είχε επίσης πρόσοψη με 6 δωρικούς κίονες προς το εσωτερικό, δαντελωτή σίμη και χωριστή ακόσμητη αετωματική στέγη. Η βορειοδυτική πτέρυγα, γνωστή και ως «Πινακοθήκη» των Προπυλαίων, διαρθρωνόταν σε κεντρική αίθουσα (άξονας προς Ν) με προσθώο που στήριζαν 3 δωρικοί κίονες «εν παραστάσι». Χρησιμοποιήθηκε μάλλον όχι ως αναπαυτήριο των επισκεπτών της Ακροπόλεως, όπως έχει υποτεθεί, αλλά το πιθανώτερο ως χώρος έκθεσης έργων ζωγραφικής, ίσως δέ και για τη στέγαση αναθημάτων. Ο περιηγητής Παυσανίας την κατονομάζει ως «οίκημα έχον γραφάς» (ζωγραφικές αναπαραστάσεις), δεν γνωρίζουμε όμως αν επρόκειτο για φορητούς πίνακες ζωγραφικής (ο τοίχος δεν παρουσιάζει οπές) ή για τοιχογραφίες.
Στη βόρεια πλευρά της πτέρυγας ήταν τοποθετημένο το λατρευτικό άγαλμα του Ερμού Προπυλαίου, προστάστη των εισόδων και των προπύλων, και στο ίδιο σημείο τοποθετείται το παραδιδόμενο ημιυπαίθριο ιερό του θεού. Πολύ κοντά στο βόρειο τμήμα των Προπυλαίων, εφαπτόμενο στο βόρειο τείχος της Ακροπόλεως, βρισκόταν το διμερές Κτίσμα της βορειοδυτικής περιοχής, που χρονολογείται στα χρόνια μετά τα Περσικά (β΄ τέταρτο 5ου αι. π.Χ.) και του οποίου η χρήση δεν έχει σαφώς διευκρινισθεί (κατοικία του ιερατείου; γραφείο ελέγχου; ιερός χώρος;). Συμμετρική και ισοϋψής με τη βορειοδυτική αλλά πολύ μικρότερη σε διαστάσεις ήταν η μονόχωρη νοτιοδυτική πτέρυγα (άξονας προς Β), με πρόσοψη από 3 δωρικούς κίονες ανάμεσα σε παραστάδες και διπλό άνοιγμα εκατέρωθεν πεσσού στη θέση του δυτικού τοίχου. Σε κόγχη της ήταν στημένο ανάγλυφο των Χαρίτων, έργο του Βοιωτού γλύπτη των κλασσικών χρόνων Σωκράτους. 
        Μορφικά, η νοτιοδυτική πτέρυγα λειτουργούσε ως ένα είδος διαδρόμου που οδηγούσε στο ναό της Αθηνάς Νίκης. Κοντά στο τμήμα του «Κυκλώπειου» τείχους στα ανατολικά του ναού και κολλητά στη νότια όψη των Προπυλαίων βρισκόταν το καλούμενο «Εκαταίον», ορθογώνιο τέμενος όπου λατρευόταν η Άρτεμις Εκάτη Επιπυργιδία (= η επί του πύργου) ή Φωσφόρος· εδώ ήταν στημένο το άγαλμά της, έργο Αλκαμένους, μαθητή του Φειδίου, που παρίστανε την θεά ως τρίμορφη Εκάτη (θεότητα του ουρανού, της γης και του Κάτω Κόσμου).
       Το πολυδάπανο έργο των Προπυλαίων (για την ανέγερσή του διατέθηκαν 2.012 τάλαντα!) δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Βέβαιο είναι ότι περικοπές από το αρχικό σχέδιο έγιναν τόσο στη νοτιοδυτική πτέρυγα, όσο και στην εσωτερική πλευρά των Προπυλαίων, προς την κατεύθυνση του τεμένους, όπου ο Μνησικλής προγραμμάτιζε να επεκτείνει το οικοδόμημα (ανατολικά της Πινακοθήκης και της νοτιοδυτικής πτέρυγας φαίνεται ότι είχαν αρχίσει να χτίζονται άλλοι δύο χώροι, που παρέμειναν επίσης ημιτελείς).          Η κατασκευή τους φαίνεται να σταμάτησε στις παραμονές του Πελοποννησιακού Πολέμου (432 π.Χ.), χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο διακοπής των εργασιών εξαιτίας αντίδρασης του ιερατείου. Οι απόπειρες αποπεράτωσής τους κατά τη διάρκεια της Νικιείου Ειρήνης (421 π.Χ. και εξής) δεν απέδωσαν καρπούς.
      Τα Προπύλαια διατήρησαν τη μορφή τους απαράλλακτη έως τον 1ο αι. μ.Χ., οπότε επί αυτοκράτορος Κλαυδίου (52 μ.Χ.) χτίστηκε μνημειώδης κλίμακα μπροστά σε όλο το πλάτος της εισόδου προς αντικατάσταση της πρόσβασης των κλασσικών χρόνων, προσαρμοσμένη στο θεατρικό γούστο της περιόδου (πυκνότερα σκαλοπάτια στο μεσαίο τμήμα, αραιότερα στα πλάγια), ενώ οι πλευρικοί αναλημματικοί τοίχοι παρέμειναν σε χρήση. Ακολουθώντας την καταστροφή της Αθήνας από τους Ερούλους το 267 μ.Χ., όλος ο χώρος δυτικά των Προπυλαίων περιελήφθη σε οχύρωση με δύο πύλες, μία προς δυσμάς (πύλη Beulé) και μία δεύτερη κάτω από τον πύργο της Νίκης. Για τη δόμηση του μεγαλύτερου μέρους της χρησιμοποιήθηκαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα παλαιότερων κατασκευών (π.χ. μέλη του χορηγικού μνημείου του Νεώτερου Νικίου του 4ου αι. π.Χ., που βρισκόταν στη Νότια Κλιτύ της Ακροπόλεως, ανάμεσα στο Διονυσιακό θέατρο και στην Στοά του Ευμένους). 
         Στους παλαιοχριστιανικούς αιώνες τα Προπύλαια μετατράπηκαν σε εκκλησία (σώζονται ίχνη Αγίας Τράπεζας μπροστά από τον ανατολικό τοίχο), ενώ τον 6ο αι. χτίστηκε δεξαμενή για την συλλογή του βρόχινου νερού στα ανατολικά της Πινακοθήκης. 
       Τον 10ο αι. το κεντρικό οικοδόμημα μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία των Ταξιαρχών (Μιχαήλ και Γαβριήλ), από την οποία σώζονται ίχνη τοιχογραφιών. Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας τα Προπύλαια χρησιμοποιήθηκαν ως ανάκτορο-έδρα των Φράγκων ηγεμόνων της Αθήνας. Η βορειοδυτική πτέρυγα διαμορφώθηκε σε διώροφο οίκημα, ενώ εντός του ανακτόρου ιδρύθηκε παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Άγ. Βαρθολομαίο. Η πιο σημαντική μετασκευή των μεσαιωνικών χρόνων, κατά τους οποίους η Ακρόπολη μετατράπηκε και πάλι σε οχυρό, ήταν η προσθήκη – ίσως από τους βυζαντινούς – ενός πανύψηλου ορθογώνιου πύργου, του λεγόμενου «Κουλά», στη νοτιοδυτική πτέρυγα, που αποσκοπούσε στον καλύτερο έλεγχο (κατόπτευση) της προς δυσμάς εκτεταμένης περιοχής. Η είσοδος στο βράχο γινόταν εκ νέου από την πύλη κάτω από τον πύργο της Νίκης, η οποία οδηγούσε ελικοειδώς προς τα πάνω.
         Στα μέσα του 17ου αι. κεραυνός προξένησε σοβαρές ζημιές στα Προπύλαια εξαιτίας της έκρηξης τουρκικής μπομπάρδας, που προκάλεσε την ανατίναξη εναποθηκευμένης πυρίτιδος. Το 1686 οι Τούρκοι, φοβούμενοι την επίθεση των ενετικών στρατευμάτων του Morosini, ενίσχυσαν τον μεσαιωνικό οχυρωματικό τοίχο έμπροσθεν της δυτικής όψης των Προπυλαίων με οικοδομικό υλικό που δανείστηκαν από το ναό της Αθηνάς Νίκης, τον οποίο κατεδάφισαν γι’ αυτόν τον σκοπό. 
        Με την απελευθέρωση της Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό το τείχος των Προπυλαίων κατεδαφίστηκε. Οι πρώτες αναστηλωτικές εργασίες έλαβαν χώρα στα 1909-1917 και συνεχίστηκαν στα 1963, με κατάληξη τις συστηματικές πλέον επεμβάσεις των ετών 1981 - έπειτα." (ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ)



Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΝΙΚΗΣ (ΑΠΤΕΡΟΥ ΝΙΚΗΣ)

       
           Ο ναός της Αθηνάς Νίκης ή (όπως ονομάστηκε επί ρωμαΪκής  εποχής ναός της Απτέρου Νίκης είναι μικρός και ωραίος αμφιπρόστυλος ιωνικός ναός στην Ακρόπολη  των Αθηνών. Εδώ φυλασσόταν το ξόανο της θεάς Αθηνάς Νίκης, της «απτέρου», δηλαδή χωρίς φτερά, για να μη φύγει ποτέ από την πόλη της Αθήνας.

Σανδαλίζουσα Νίκη. Στηθαίο γύρω από το ναό, το οποίο απεικονίζει αρχαία θεά.. Στεγάζεται  στο Μουσείο της Ακρόπολης
         Ο ναός βρίσκεται πάνω σε πυργοειδή προμαχώνα, στη νότια (δεξιά) πτέρυγα των Προπυλαίων της Ακρόπολης. Η επικίνδυνη πλευρά του προμαχώνα κλεινόταν από μαρμάρινο θωράκιο (στηθαίο). Από αυτό το θωράκιο διασώθηκαν μερικές πλάκες, οι οποίες εκτίθενται στο Μουσείο της Ακρόπολης και απεικονίζουν Νίκες που οδηγούν αγελάδες σε θυσία. Ανάμεσά τους, η περίφημη Νίκη που λύνει το σανδάλι της. Το μήνυμα αυτών των παραστάσεων ήταν σαφές: Η Αθήνα ήταν και θα είναι νικήτρια.
      Πρόκειται για αμφιπρόστυλο τετράστηλο ναό ιωνικού ρυθμού, δηλαδή με τέσσερις  κίονες  στην πρόσοψη και άλλους τέσσερις πίσω. Ο σηκός είναι απλός μονόχωρος, εξαιρετικά μικρών διαστάσεων, στον οποίο έχει ενσωματωθεί και ο πρόναος.. 
        Η σμίκρυνση αυτή υπαγορεύτηκε από την αλλαγή στο σχέδιο, η οποία προέκυψε από την έλλειψη χώρου στον προμαχώνα. Η ανατολική πλευρά του σηκού ήταν ανοιχτή. Η ζωφόρος  της δυτικής πλευράς ήταν διακοσμημένη με ανάγλυφες παραστάσεις μαχών μεταξύ Ελλήνων και έφιππων Ανατολιτών ή άλλων Ελλήνων, αφήνοντας πιθανά επίτηδες την ασαφή εντύπωση ότι πρόκειται για Αθηναίους που νικούν Πέρσες ή άλλες ελληνικές πόλεις κράτη. 
        Στην ανατολική ζωφόρο απεικονιζόταν συνέλευση των Ολύμπιων θεών με το Δία και την  Αθηνά στη μέση.
         Μέσα στον σηκό βρισκόταν το αρχαϊκό ξόανο της Αθηνάς η οποία κρατούσε στα χέρια της, σύμφωνα με το συγγραφέα Αρποκρατίωνα,  το κράνος της και ένα ρόδι,  σύμβολο ισχύος και γονιμότητας. Μπροστά  από τον ναό υπήρχε βωμός.
        Οι αρχιτέκτονες είχαν διαφωνήσει ως προς τα προτεινόμενα σχέδια του ναού της Νίκης και των Προπυλαίων και αποτέλεσμα του συμβιβασμού τους ήταν η κατασκευή του πυργοειδούς προμαχώνα της Νίκης, ο οποίος από τη μια πλευρά του θα πλαισίωνε την κλίμακα που οδηγούσε στα Προπύλαια.        Στην άλλη πλευρά του ακολουθούσε τον προσανατολισμό του προϋπάρχοντος (αλλά και του κλασσικού) αρχαϊκού ναού της Αθηνάς Νίκης.
        Το σχέδιο του ναού κρίθηκε επιτυχημένο κατά την αρχαιότητα, πράγμα που αποδεικνύεται από την αντιγραφή του σε πέντε άλλα κτίσματα, όλα στην Αττική.
       Τα διακοσμητικά στοιχεία των βάσεων των κιόνων, τα κιονόκρανα και ο θριγκός  μαζί με την ανάγλυφη ζωοφόρο, όλα από άριστης ποιότητας πεντελικό μάρμαρο, κάνουν τον ναό να μοιάζει με κοσμηματοθήκη.
         Ο ναός γκρεμίστηκε από τους  Τούρκους το 1686, και τα υλικά του τα χρησιμοποίησαν για την κατασκευή προμαχώνα. 
            Το 1836  Γερμανοί αρχαιολόγοι ανακάλυψαν τα υλικά, που είχαν διατηρηθεί σε καλή κατάσταση και αναστύλωσαν τον ναό. 
         Τα γλυπτά των παραστάσεων λείπουν, αφού τα πήρε ο Λόρδος Έλγιν και εκτίθενται σήμερα στο  Βρετανικό Μουσείο.
           Ο ναός αναστυλώθηκε από το Νικόλαο Μπαλάνο.