Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

ΒΕΡΓΙΝΑ

       Οι αρχαίες Αιγές και η Βεργίνα-Προβληματισμοί και απόψεις

            Η Βεργίνα είναι μικρή κωμόπολη στη Μακεδονία,  στο Νομό Ημαθίας,  που διοικητικά υπάγεται στην περιφέρεια Κεντρικής  Μακεδονίας. Βρίσκεται 13 χλμ. νοτιοανατολικά της Βέροιας,  πρωτεύουσας του νομού, και περίπου 80 χλμ. νοτιοδυτικά της Θεσσαλονίκης. Ο πληθυσμός της κωμόπολης ανέρχεται στις 2.000 περίπου κατοίκους και βρίσκεται στους πρόποδες των Πιερίων ορέων,  σε υψόμετρο 120 μέτρων από τη θάλασσα.
                 Η κωμόπολη βρίσκεται στη θέση των αρχαίων Αιγών, πρωτεύουσας της αρχαίας Μακεδονίας, και έγινε παγκοσμίως γνωστή το 1977, όταν η Πανεπιστημιακή Ανασκαφή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, υπό τον καθηγητή αρχαιολογίας Μανόλη Ανδρόνικο  και τους συνεργάτες του, ανακάλυψε τους τόπους ταφής των Μακεδόνων βασιλέων και ανάμεσα στους άλλους τάφους και ένα ταφικό μνημείο, που, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Ανδρόνικου, ήταν του βασιλιά  Φιλίππου Β΄, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
           Η ανακάλυψη αυτών των ευρημάτων πιστοποίησε και τη θέση της αρχαίας πόλης των Αιγών, της πρώτης πρωτεύουσας του μακεδονικού βασιλείου.


Ο τάφος του Φιλίππου Β΄
      Η θέση της σημερινής Βεργίνας αρχικά θεωρήθηκε από τους ανασκαφείς ότι συμπίπτει με την αρχαία πόλη Βάλλα, που, σύμφωνα με τον Πλίνιο  (Φυσ. Ιστ. 4.10.34), ήταν μια πόλη που βρισκόταν στα Πιέρια όρη, νότια του ποταμού Αλιάκμονα.
             Το 1968, ο Βρετανός ιστορικός Nicolas  Hamond, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Μπρίστολ πρότεινε τον συσχετισμό του αρχαιολογικού χώρου της Βεργίνας με τις αρχαίες Αιγές, την πρώτη πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου, στην οποία βρισκόταν το βασιλικό νεκροταφείο των Μακεδόνων, αλλά η πρότασή του δεν έγινε δεκτή από τους άλλους επιστήμονες.
       Το 1977, ωστόσο, με την ανακάλυψη από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης του σημαντικού ασύλητου τάφου της Βεργίνας, ο τότε ανασκαφέας Μ. Ανδρόνικος, αν και αρχικά είχε πολλές επιφυλάξεις, πείστηκε για την άποψη του Hammond. Έτσι, συμφώνησε ότι στη Βεργίνα βρίσκεται το βασιλικό νεκροταφείο των Μακεδόνων, ότι ο τάφος που ανακάλυψε είναι βασιλικός και ότι στη σημερινή Βεργίνα πρέπει να ήταν η θέση των αρχαίων Αιγών.
             Πολλά, βεβαίως, έχουν γραφτεί σχετικά με το ποια είναι η αρχαία πόλη, που υπήρξε στη θέση της σημερινής Βεργίνας, σε συνδυασμό με το αν οι Αιγές σχετίζονται ή όχι με την Έδεσσα (όπως πολλοί επιστήμονες είχαν στο παρελθόν υποστηρίξει, αγνοώντας ωστόσο το ζήτημα “εάν οι Αιγές βρίσκονταν στην Έδεσσα, πού άραγε βρισκόταν η Έδεσσα;”). 
           Σήμερα η άποψη ότι οι αρχαιότητες της Βεργίνας ανήκουν στις αρχαίες Αιγές και ότι εκεί βρίσκονται οι βασιλικοί τάφοι είναι πλέον η κρατούσα, παρά το ότι ορισμένοι επιστήμονες εξακολουθούν να την αμφισβητούν.
Αρχαιολογικές έρευνες και ευρήματα

         Οι αρχαιολόγοι είχαν δείξει ενδιαφέρον για τους λόφους γύρω από τη Βεργίνα ήδη από το 1850, υποπτευόμενοι   ότι μπορεί να βρίσκονταν ταφικά μνημεία. Ανασκαφές άρχισαν το 1861  υπό την επίβλεψη του Γάλλου αρχαιολόγου Leon Heuzey, ο οποίος υποστηριζόταν από τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄.
          Βρέθηκαν στη θέση Αγία Τριάδα τμήματα ενός μεγάλου κτηρίου που θεωρείται από πολλούς ότι χρησίμευε ως θερινό βασιλικό ανάκτορο, στην εποχή του βασιλιά Αντίγονου του  Δώσωνος. 
           Παρόλα  αυτά, οι ανασκαφές του Heuzey σταμάτησαν λόγω κινδύνου προσβολής της ανασκαφικής αποστολής από ελονοσία. Ο ανασκαφέας υποστήριξε ότι αυτή ήταν η θέση της αρχαίας πόλης Βάλλας, μια άποψη που επικράτησε μέχρι το 1976.
           Νεότερες ανασκαφές χρονολόγησαν το ανάκτορο στην εποχή του Φιλίππου Β΄.

      Μετά τον πόλεμο οι ανασκαφές επαναλήφθηκαν κατά την περίοδο 1950
 με 1960 και το υπόλοιπο του "ανακτόρου" ήρθε στην επιφάνεια.
   Και 
 πάλι  όμως οι ανασκαφές διακόπηκαν λόγω του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940.         

  Το 1937 το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με πρωτοβουλία του καθηγητή αρχαιολογίας Κωνσταντίνου Ρωμαίου, αποφάσισε να ξεκινήσει  στη Βεργίνα πανεπιστημιακή ανασκαφή για την εκπαίδευση των φοιτητών του. Ο Κ. Ρωμαίος ανέσκαψε περισσότερα τμήματα του θεωρούμενου ανακτόρου και έναν μακεδονικό τάφο, ο οποίος προς τιμήν τού ανασκαφέα του ονομάζεται "τάφος του Ρωμαίου". 
        Ο αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος πείστηκε από τον καθηγητή του Κ. Ρωμαίο ότι ένας λοφίσκος, που ανήκε στους τύμβους του νεκροταφείου της αρχαίας πόλης και λεγόταν "η Μεγάλη Τούμπα",  έκρυβε σημαντικούς τάφους.
      Το 1977  ο Ανδρόνικος ξεκίνησε μια ανασκαφή έξι εβδομάδων στην Τούμπα αυτή και ανακάλυψε τέσσερα θαμμένα ταφικά κτίσματα, τα δύο από τα οποία ήταν ασύλητα από τυμβωρύχους. Ο Ανδρόνικος, ενθαρρυμένος και από τη θεωρία του N. Hammond, υποστήριξε ότι αυτοί οι ταφικοί θάλαμοι ήταν τόποι ταφής Μακεδόνων Βασιλέων, συμπεριλαμβανομένου του τάφου του Φιλίππου Β΄ -πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου- και μίας από τις γυναίκες του, πιθανώς της Μήδας, πριγκίπισσας από τη Θράκη,  καθώς και του τάφου του έφηβου γιου τού Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης, Αλεξάνδρου Δ΄της Μακεδονίας. Η άποψη αυτή προκάλεσε παγκόσμιο ενθουσιασμό.
     Ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητήθηκε από ορισμένους επιστήμονες, οι οποίοι, βασιζόμενοι σε μελέτες που έκαναν χρήση της άποψης ότι κάποια κατασκευαστικά στοιχεία των τάφων, οι ζωγραφικές παραστάσεις και ορισμένα κτερίσματα των τάφων αυτών χρονολογούνται δύο δεκαετίες μετά τη δολοφονία και την ταφή του Φιλίππου Β΄ το 336 π.Χ. καθώς και σε μελέτες που χρησιμοποίησαν ανθρωπολογικά στοιχείαυποστήριξαν ότι ο τάφος ανήκει στο Φίλιππο Γ΄,  γιο του Φιλίππου Β΄ και ετεροθαλή αδελφό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και στην περίπτωση αυτή, είναι πιθανόν η πλούσια (χρυσελεφάντινη) πανοπλία που βρέθηκε στον τάφο να ανήκει στον Μέγα Αλέξανδρο, καθώς πιστεύεται ότι ο Φίλιππος Γ΄ έφερε τα όπλα πίσω στην Μακεδονία μετά τον θάνατο τού Αλέξανδρου στη Βαβυλώνα.


     Μια άλλη μερίδα επιστημόνων αμφισβητεί ότι οι τάφοι είναι βασιλικοί και θεωρεί πιθανότερο να ανήκουν σε σημαντικούς Μακεδόνες αξιωματούχους, που απέκτησαν μεγάλο πλούτο από την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου στην Ασία,  με βάση την άποψη ότι, την εποχή της επιστροφής των Μακεδόνων από την εκστρατεία αυτή, στη Μακεδονία εισρέει τόσο μεγάλος πλούτος από τα κέρδη της εκστρατείας, που όχι μόνο κοινοί θνητοί διαθέτουν αμύθητους θησαυρούς, αλλά και η αξία του χρυσού, λόγω των μεγάλων ποσοτήτων του, μειώθηκε.
       Τρεις ακόμα τάφοι βρέθηκαν το 1980. Οι ανασκαφές στη Μεγάλη Τούμπα συνεχίστηκαν και κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990. 
      Το Μάρτιο του 2014 ανακαλύφθηκαν στη Βεργίνα πέντε ακόμη βασιλικοί τάφοι, οι οποίοι, στη φάση της έρευνας, πιθανολογείται ότι ανήκουν στον Αλέξανδρο Γ΄ και την οικογένειά του ή στην οικογένεια του Κάσσανδρου της Μακεδονίας.

Το Μυσείο και τα Εκθέματα


         Μεγάλος αριθμός κτερισμάτων, που είναι έργα τέχνης ή έχουν αξία έργων τέχνης, ήρθε στο φως από τους τάφους, πολλά από τα οποία από χρυσό, όπως η περίφημη λάρνακα  με τα αποτεφρωμένα απομεινάρια του Φιλίππου Β΄, που φέρει τον δεκαεξάκτινο ήλιο (ή αστέρι)-σύμβολο της μακεδονικής δυναστείας, η μικρότερη λάρνακα με το δωδεκάκτινο αστέρι και τα στεφάνια από φύλλα και καρπούς βαλανιδιάς.
Είσοδος στο Μουσείο βασιλικών τάφων στη Βεργίνα

       Όλα τα ευρήματα βρίσκονται μέσα στο μουσείο, το οποίο εγκαινιάσθηκε το 1993 και το οποίο κατασκευάστηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε να εγκιβωτίσει τα ταφικά κτίσματα προστατεύοντάς τα, αναδεικνύοντας  τα εκθέματα και να δείχνοντας  την επιχωματωμένη  Τούμπα, όπως ήταν πριν από τις ανασκαφές.             Μέσα υπάρχουν τέσσερις  τάφοι και ένα μικρό ιερό, το Ηρώον.  Οι δύο σπουδαιότεροι τάφοι, του Φιλίππου Β΄ και του Αλεξάνδρου Δ΄, δεν ήταν συλημένοι  και περιείχαν τους κύριους θησαυρούς του μουσείου.
           Ο τάφος του Φιλίππου Β΄ (Τάφος II), που χωριζόταν σε δύο θαλάμους (στον κύριο θάλαμο βρέθηκαν τα οστά του αποτεφρωμένου νεκρού βασιλιά και στον προθάλαμο τα οστά μιας αποτεφρωμένης νεκρής γυναίκας), περιείχε τα πολυτιμότερα ευρήματα. Η δωρικού ρυθμού πρόσοψη του θολωτού ταφικού κτίσματος φέρει δύο ζωφόρους. Μια δωρική με τρίγλυφα και μετόπες και πάνω από αυτήν μια ιωνική  με αρκετά μεγαλύτερο ύψος ζωφόρος αυτή κοσμείται με μια τοιχογραφία που, παρά την κακή κατάσταση στην οποία αποκαλύφθηκε, θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική. Πρόκειται για μια ζωγραφική παράσταση με θέμα ένα ομαδικό κυνήγι και δηλώνει ίσως την αγαπημένη ασχολία του νεκρού που ετάφη εκεί.
Ασημένια λήκυθος με χρυσό στεφάνι
            Ο ελαφρώς μικρότερος Τάφος ΙΙΙ, που αποδίδεται στον Αλέξανδρο τον Δ΄ και στον κύριο θάλαμο του οποίου βρέθηκαν τα οστά του αποτεφρωμένου νεκρού εφήβου, απέδωσε επίσης σημαντικά ευρήματα, ενώ μια στενή ζωφόρος, που απεικόνιζε αρματοδρομία, στόλιζε τους τοίχους του Τάφου.
          Ο λεγόμενος τάφος της Περσεφόνης, στους τοίχους του οποίου βρέθηκε μια θαυμάσια τοιχογραφία με θέμα την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Άδη,  και ο τέταρτος τάφος, που είχε μια εντυπωσιακή είσοδο με τέσσερις  δωρικούς κίονες και πιστεύεται ότι ανήκε στο βασιλιά  Αντίγονο Β΄Γονατά,  βρέθηκαν άγρια συλημένοι και δεν απέδωσαν σημαντικά ευρήματα.

Ο Ήλιος της Βεργίνας

Η λάρνακα με το αστέρι της Βεργίνας
            Η χρυσή λάρνακα, μέσα στην οποία ο Ανδρόνικος ταυτοποίησε τα απομεινάρια του σώματος του Φιλίππου Β΄, φέρει στο επάνω μέρος της το δεκαεξάκτινο αστέρι, το οποίο καθιερώθηκε να ονομάζεται Ήλιος της Βεργίνας και υιοθετήθηκε ως σύμβολο της ελληνικής Μακεδονίας.
           Αυτός ο Ήλιος υπήρξε σημείο διεθνούς αντιπαράθεσης το 1992, όταν το νεοϊδρυθέν κράτος της  Π. Γ. Δ. Μ.  τον χρησιμοποίησε ως σύμβολο πάνω στη σημαία του. Όμως, μετά από γενικευμένη αντίδραση του ελληνικού έθνους και των τότε ελληνικών κυβερνήσεων, που είδαν στην ενέργεια αυτή μια καπηλεία της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και υποστήριξαν σθεναρά ότι το σύμβολο βρέθηκε σε αρχαίο μνημείο εντός του ελλαδικού χώρου, η κυβέρνηση της Π.Γ.Δ.Μ. υποχρεώθηκε το 1995 να τον απομακρύνει από τη σημαία της.

Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς

          Το 1996 η UNESCO  ανακοίνωσε την ένταξη του αρχαιολογικού χώρου των Αιγών στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.