Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

ΑΙΓΥΠΤΟΣ: Το Κάιρο, η αρχαία Μέμφις και η κοιλάδα των βασιλέων

ΤΟ ΚΑΙΡΟ

        Το Κάιρο, η πρωτεύουσα της Αιγύπτου, είναι η μεγαλύτερη πόλη της χώρας και είναι   χτισμένο στα όρια μεταξύ της Άνω και Κάτω Αιγύπτου. Το Κάιρο βρίσκεται στη δεξιά  όχθη του Νείλου στο σημείο που το ποτάμι πλαταίνει και σχηματίζει δυο νησάκια: την Γκεζίρα και τη Ρόδα που συνδέονται με τις όχθες του Νείλου με σιδερένιες και πέτρινες γέφυρες
     Αυτό που εντυπωσιάζει στο Κάιρο είναι ότι ο επισκέπτης μπορεί να συναντήσει δυο εντελώς διαφορετικές  όψεις: μιναρέδες και τζάμια, κάστρα και παλάτια σουλτάνων, αρχαίες εκκλησίες, φαραωνικά μνημεία, αλλά και πολυώροφα κτίσματα και έντονη σύγχρονη ζωή. Το Κάιρο χτίστηκε το 969 από το χαλίφη Μουίζ, ο οποίος είχε σώσει στην πόλη το όνομα «Ελ Καχίρα» που σημαίνει «νικηφόρος» για ανάμνηση της εκεί κοντά νίκης του. 
        Στο Κάιρο θα βρείτε ένα μουσείο το οποίο συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων της υφηλίου. Αναφερόμαστε στο μουσείο των Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων, που είναι ευρύτερα γνωστό ως Μουσείο της Αιγύπτου. Εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι πρόκειται για ένα από τα πλουσιότερα μουσεία από πλευράς εκθεμάτων καθώς φιλοξενεί μερικά από τα σπουδαιότερα ευρήματα της φαραωνικής Αιγύπτου καθώς και μια σειρά ανεκτίμητων θησαυρών Αιγύπτιων βασιλιάδων. Το μουσείο ιδρύθηκε το 1835 από την Αιγυπτιακή κυβέρνηση και ως σημείο οικοδόμησής του πρώτου κτιρίου επιλέχτηκε μια περιοχή κοντά στο πάρκο Εζμπεκιάχ. Το 1858 όταν η ανάγκες έκθεσης ξεπέρασαν τη διαθεσιμότητα χώρου, το μουσείο μεταφέρθηκε στο Μπουλάκ. Το 1855 ο Δούκας της Αυστρίας Μαξιμιλιανός ανέθεσε σε Γάλλο αρχιτέκτονα την κατασκευή ενός νέου κτιρίου στην ίδια περιοχή. Τέλος σήμερα μετά από ένα πέρασμα από τη Γκίζα στεγάζεται στο οικοδόμημα της πλατείας Ταχρίρ όπου μεταφέρθηκε το 1902. Οι δύο όροφοι του μουσείου φιλοξενούν εκτεταμένες συλλογές παπύρων, νομισμάτων και αντικειμένων καθημερινής χρήσης τα περισσότερα από τα οποία αποτελούν κτερίσματα που βρέθηκαν σε ταφικές ανασκαφές. Τα σημαντικότερα εξ' αυτών προέρχονται από την ανασκαφή ενός από τους σημαντικότερους τάφους στην παγκόσμια ιστορία αυτού του βασιλιά Τουτανκχαμόν. Όπλα, αγγεία, αγάλματα, χρυσαφικά και η πασίγνωστη χρυσή μάσκα βάρους 11 κιλών αποτελούν σήμα κατατεθέν του μουσείου. Επιπλέον ιδιαίτερα εντυπωσιακά είναι τα εκθέματα των μουμιοποιημένων βασιλιάδων όπως ο Ραμσίς ο τρίτος, ο Αμενοτέπ ο τρίτος, ο Σνεφερού και η Νεφερτίτη. Χωρίς καμία αμφιβολία θα σας προτείναμε η παρουσία σας στο Κάιρο να συνδυαστεί με μία επίσκεψη στο συγκεκριμένο μουσείο.


     Μία περιήγηση στο κέντρο της πόλης θα σας δώσει τη δυνατότητα να θαυμάσετε μερικά ξεχωριστά κτίρια από πλευράς αρχιτεκτονικής, να φωτογραφίσετε ορισμένα μνημεία και να δοκιμάσετε τις ιδιαίτερες γεύσεις της πόλης. Το κέντρο της πόλης ή αλλιώς Wust El-Balad όπως ονομάζεται στα αραβικά, άρχισε να δημιουργείται στα τέλη του 19ου αιώνα. Αρχιτεκτονικά χαρακτηρίζεται αποτέλεσμα της Belle Epoque της Αιγύπτου καθώς εκείνη την εποχή ο άρχοντας της πόλης Ισμαήλ ο Μεγαλοπρεπής επέλεξε Γάλλους αρχιτέκτονες για την αναμόρφωση της περιοχής που φιλοξενούσε και τη δικιά του κατοικία. Με το πέρασμα των χρόνων η περιοχή έπαψε να φιλοξενεί την ανώτερη τάξη και άρχισε να χάνει την παλιά της αίγλη, παρόλα αυτά όμως συνεχίζει να κουβαλά το ειδικό βάρος και την ξεχωριστή σημασία της για την πόλη της Αιγύπτου. Εδώ θα βρείτε το καφέ Ρίτσ που λειτουργεί από το 1908, το διάσημο κατάστημα παγωτού της ιταλικής οικογένειας Γκρόπι, που βρίσκεται στην πλατεία Ταλάτ Χάρμπ αλλά και το πολύ γνωστό άγαλμα του Ιμπραήμ Πασά που βρίσκεται στην Πλατεία της Όπερας.





Η ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΜΦΙΣ

      Η Μέμφις ήταν η αρχαία πρωτεύουσα της Κάτω Αιγύπτου και του Παλαιού Βασιλείου της Αιγύπτου από τη θεμελίωσή της έως το 1300 π.Χ.. Το αρχαίο αιγυπτιακό της όνομα ήταν Ίνεμπ χενγκ («Τα Λευκά Τείχη»). Το όνομα Μέμφις είναι ελληνική μεταγραφή του αιγυπτιακού ονόματος της πυραμίδας του Πεπί Α' Μεν-νεφέρ, που έγινε Μένφε στην Κοπτική. Το επίσημο όνομα της Μέμφιδος στο Μέσο Βασίλειο όταν την επισκέφτηκαν οι πρώτοι αρχαίοι Έλληνες εξερευνητές,  ήταν "Μεν-νεφέρ Πεπί Μεριρέ", που σημαίνει "πυραμίδα στέρεη και εκπληκτική του Πεπί Β'". Οι σύγχρονες πόλεις Μιτ ΡαχίναΝταχσούρΣακκάραΑμουζίρΑμπού Γκοράμπ καιΖογυέτ ελ'Αρύαν νότια του Καΐρου, βρίσκονται όλες στη διαχειριστική επικράτεια της ιστορικής Μέμφιδας.Η πόλη ήταν επίσης γνωστή στην Άνω Αίγυπτο ως Ανκ Ταουΐ («Αυτή που συνδέει τις δύο Χώρες»), γεγονός που υποδεικνύει της στρατηγική θέση της πόλης ανάμεσα στην Άνω και την Κάτω Αίγυπτο. 
    Τα ερείπιά της βρίσκονται 19 χλμ (νότια του Καΐρου, στη δυτική όχθη του Νείλου.
     Η παράδοση αναφέρει ότι ο Μήνης ίδρυσε την πόλη χτίζοντας αναχώματα για να προστατέψει την περιοχή από τις πλημμύρες τουΝείλου. Ήταν τόσο κυρίαρχη η παρουσία της πόλης στην ακμή της, ώστε οι σύγχρονοι ιστοριογράφοι έδωσαν το όνομά της σε μια ολόκληρη περίοδο. Έγινε κοσμοπολίτικο κέντρο και όταν την επισκέφθηκε ο Ηρόδοτος τον 5ο αιώνα π.Χ., στην περίοδο της περσικής διακυβέρνησης, βρήκε  εκεί πολλούς Έλληνες ΙουδαίουςΦοίνικες και Λίβυους ανάμεσα στο  γηγενή πληθυσμό.
    Οι φαραώ μετά τονΜήνη κατασκεύασαν στη Μέμφις ένα Περ-άα ή "Μεγάλο Σπίτι",  όπου στέφονταν οι ίδιοι φαραώ. Από τη παραφθορά του ονόματος Περ-άα οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν τους άρχοντες της αρχαίας Αιγύπτου "φαραώ".
     Σε αυτόν τον τόπο αποκαλύφθηκαν τα ερείπια του ναού του Πτα και του Άπι καθώς και λίγα αγάλματα, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και δύο αλαβάστρινα αγάλματα τουΡαμσή Β'. Η νεκρόπολη της Σακκάρα βρίσκεται κοντά στη Μέμφιδα και εκτείνεται από το Αμπού-Ραουάς έως τα νότια στο Νταχσούρ για περίπου τριάντα χιλιόμετρα.
   Ο αιγύπτιος ιστορικός Μανέθων αναφέρθηκε στην Μέμφιδα με τον προσδιορισμό Χι-Κου-Π'τα («Ο τόπος στον οποίο κατοικεί η Ψυχή ή Κα του Πτα»), τον οποίο μετέγραψε στα Ελληνικά ως Aί γυ πτoς, παραδίδοντας έτσι το ελληνικό Αίγυπτος και το λατινικό AEGYPTVS. Πιστεύεται ότι και το όνομα Κόπτης προέρχεται πιθανώς ετυμολογικά από το ίδιο όνομα. Στη Βίβλο η Μέμφις ονομάζεται Μωφ ή Νωφ.


Μεταφερόμενο ηλιακό ρολόι από τις ανασκαφές στη Μέμφιδα
  Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ


      Η Κοιλάδα των Βασιλέων είναι ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της αρχαίας Αιγύπτου καθώς φιλοξενεί τάφους των Φαραώ και βρίσκεται στις Δυτικές Θήβες.

   Η Κοιλάδα των Βασιλέων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της αρχαίας Αιγύπτου καθώς φιλοξενεί πάνω από 60 τάφους Φαραώ. Την γνωρίζουμε και ως Κοιλάδα των Τάφων και είναι εξίσου γνωστή και με τους δύο όρους. Αποτελεί στενό πέρασμα και βρίσκεται στις Δυτικές Θήβες της Αιγύπτου.
     Πρωτεύουσα της Αιγύπτου στο Μέσο και Νέο Βασίλειο, οι Θήβες ήταν η πόλη του θεού Άμμωνα. Με τους ναούς και τα ανάκτορα του Καρνάκ και του Λούξορ, με τις νεκροπόλεις της Κοιλάδας των Βασιλέων, μας παραδίδει ένα αδιάψευστο τεκμήριο του αιγυπτιακού πολιτισμού στο απόγειό του.
Οι Θήβες είναι αρχαία πόλη και, για πολλούς αιώνες, πρωτεύουσα της αρχαίας Αιγύπτου στις δύο όχθες του Νείλου, περίπου 725 χλμ. νότια του Καΐρου.
Κάτω από τους βασιλείς του 9ου και 10ου αιώνα, οι Θήβες λειτουργούσαν ως διοικητικό κέντρο μιας ισχυρής διακυβέρνησης.
  Πολλοί από τους μεγαλειώδεις ναούς, η λεωφόρος των Σφιγγών, αρκετοί όμορφοι τάφοι και άλλα μνημεία χάθηκαν κάτω και γύρω από την πόλη για πολλούς αιώνες.
  Μεταξύ των σημαντικότατων μνημείων η πόλη έχει να καταδείξει τους τάφους των Φαραώ, το Ramesseum, ναός προς τιμή του Ραμσή Β΄ (1290-1224 π.Χ.), το Medinet Habu,  και το ναό της γυναίκας Φαραώ.
  Η Κοιλάδα των Βασιλέων είναι νεκρικός χώρος που χρησιμοποιήθηκε από τους Αιγυπτίους κατά το Νέο Βασίλειο (1550-1070 ). Βρίσκεται στη δυτική  όχθη του Νείλου , απέναντι από τη σύγχρονη πόλη του Luxor.
  34 τάφοι ανακαλύφθηκαν στην περιοχή από Ιταλούς αρχαιολόγους το 1817 και το 1881 άλλοι 39 με βασιλικές μούμιες που δεν βρέθηκαν στην αρχική τους θέση, ενώ το 1922 Βρετανοί αρχαιολόγοι ανεκάλυψαν τη μούμια του Τουταγχαμών.
  Το Al Karnak, είναι χωριό στην ανατολική Αίγυπτο επάνω στο Νείλο και περιέχει το βόρειο μισό μέρος του αρχαιολογικού χώρου των αρχαίων Θηβών. Το νότιο τμήμα καταλαμβάνει το χωριό του Luxor.
Έχει ενταχθεί στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO είναι από το 1979.
  Στον καυτερό ήλιο, ανάμεσα από δυο σειρές τραχιά βουνά, καταστάλαξε το μεγαλείο των Φαραώ. Εκεί, σε μια γη που δεν γνώρισε ποτέ τη δροσιά του νερού, άνθρωποι σκάψανε τα σπλάχνα της, γυρέψανε την πιο κρυφή γωνιά της, να μην τους δει μάτι ανθρώπινο πια, τους Φαραώ, που τώρα, μούμιες απαίσιες στη σαρκοφάγο τους προσμένουνε το άγνωστο. Κοιλάδα των Βασιλέων.
  Επί αιώνες έθαβαν εδώ τους ηγεμόνες της μυθικής Θήβας, σ’ ένα περιβάλλον που αποπνέει το θάνατο. Ζωντανοί σκάβανε τους τάφους τους. Στον τάφο του Σέτη του Α΄,  έναν από τους μεγαλύτερους, κάθε γωνιά είναι κατάστικτη από ιερογλυφικά. Όσο περισσότερο ζούσαν οι Φαραώ, τόσο βαθύτερα σκάβανε τα σπλάχνα της γης. Κι έπειτα τα σκεπάζανε με επιγραφές, με σχέδια, με παραστάσεις.

  Όσο κατεβαίνουμε η μυρωδιά του θανάτου μάς παραστέκει. Πρώτα ο ψεύτικος τάφος, να ξεγελιούνται οι κλέφτες. Κι ύστερα άλλος βαθύτερα. Κι έπειτα o τρίτος, ο αληθινός. Από τους πιο εντυπωσιακούς τάφους, ο Τάφος του Αμένοφη του Β΄. Κι ακόμη εκείνος του Ραμσή του ΣΤ΄ με τα παράξενα ζώα και τα φίδια και τους σκλάβους και τους θεούς με τις αλλόκοτες κομμώσεις και τη βάρκα την ιερή και τις μούμιες. Επιγραφές διαδέχονται η μια την άλλη που λένε για τον νεκρό, κι άλλες με ύμνους που ο ίδιος λέει στο θεό ζητώντας συγχώρεση.

  Σε έναν πάπυρο που βρίσκεται στο Μουσείο του Τορίνο, στην Ιταλία, σώθηκε το απόσπασμα των πρακτικών μιας δίκης που έγινε στις Θήβες της Άνω Αιγύπτου πριν από περίπου 3.000 χρόνια. Στην Κοιλάδα των Βασιλέων είχε συλληφθεί ένας τυμβωρύχος, τον οποίο μετέφεραν στον Ναό και εκεί, μετά από βασανιστήρια, ομολόγησε ότι είχε μπει και είχε συλήσει τον τάφο του Ραμσή Β´. Μετά είπε πως γύρισε στο χωριό του για να επιστρέψει το επόμενο βράδυ με ενισχύσεις για να μπουν στον τάφο των γιων του Ραμσή.
  Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο τάφος κρατάει ακόμη καλά θαμμένα τα μυστικά του και πολλές απαντήσεις για τα χρόνια όπου βασίλευε στην Αίγυπτο ο Ραμσής Β´, ένας Φαραώ ο οποίος στο διάστημα της μακράς βασιλείας του σφράγισε ανεξίτηλα τη χώρα του με το πέρασμά του. Μακροβιότερος όλων των Φαραώ, ο Ραμσής Β´ ανήκει στη 19η Δυναστεία. Εφθασε στην πρωτοφανή για την εποχή του ηλικία των 90 ετών και εβασίλευσε επί 67 χρόνια (1304-1237 π.Χ.) την περίοδο του Νέου Βασιλείου. Στο μακρό διάστημα της βασιλείας του παρουσιάζεται μεγάλη άνθηση στη μνημειακή αρχιτεκτονική σε όλη την Αίγυπτο, όπου αρχιτέκτονες, γλύπτες, ζωγράφοι και χαράκτες δούλευαν ακατάπαυστα χτίζοντας μνημεία και ναούς με τεράστια  αγάλματα του Ραμσή Β´ και των μελών της οικογενείας του. Ξέρουμε πως ο Ραμσής είχε κάπου 50 γιους και πάνω από 100 θυγατέρες και πως μεταξύ των συζύγων του ήταν η ωραία Νεφερτάρι, της οποίας η μορφή έχει αποτυπωθεί στα πανέμορφα αγάλματα του Ναού του Λούξορ και του Αμπού  Σίμπελ, αλλά και στις τοιχογραφίες του αριστουργηματικού τάφου που της έχτισε ο Ραμσής. 
  Λιγότερο πλούσιοι οι τάφοι των βασιλισσών και των πριγκίπων, δεν παύουν να γοητεύουν με τη μυστηριακή τους ατμόσφαιρα.