Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Η πόλη Αγιουτάγια


          Η Αγιουτάγια ή Πρα Ναxόν Σι Αγιουτάγια (Phra Nakhon Si Ayutthaya) είναι πόλη της κεντρικής Ταϊλάνδης, πρωτεύουσα ομώνυμης επαρχίας, 85 περίπου χιλιόμετρα βόρεια της Μπανγκόκ και με πληθυσμό 47.185 (1980) κατοίκους. Η σύγχρονη πόλη, κτισμένη ανάμεσα σε μεγαλοπρεπή αρχαία ερείπια, αποτελεί εμπορικό κέντρο της όλης περιοχής, με σημαντικότερη οικονομική δραστηριότητα τον τουρισμό. Οι τουρίστες επισκέπτονται τα αναρίθμητα ιερά και τους ναούς της πόλης, που χρονολογούνται από το 14ο αιώνα.
        Η ιστορική πόλη της Αγιουτάγια ιδρύθηκε πάνω σ' ένα νησί, στις όχθες των ποταμών Λοπ Μπούρι, Πα Σακ και Τσάο Φράγια, γύρω στο 1350 μ. Χ., χρονολογία που σηματοδοτεί και την αφετηρία της σύγχρονης Ταϊλάνδης. Υπήρξε πρωτεύουσα του Βασιλείου της Αγιουτάγια, το οποίο από το 14ο έως το 18ο αιώνα αποτελούσε ένα από τα πιο ισχυρά κράτη στη νοτιοανατολική Ασία. Η πόλη, η οποία συχνά αποκαλείται Κρουνγκ Κάο, δηλαδή "αρχαία πρωτεύουσα", με πληθυσμό που έφθανε το ένα εκατομμύριο κατοίκους, άκμασε επί 400 τουλάχιστον χρόνια, ως πρωτεύουσα του παλαιού Σιάμ.        Ξεπερνούσε σε πλούτο, μνημεία και χλιδή όλες τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις της εποχής της.
Ιδρυτής της πρώτης δυναστείας του Βασιλείου της Αγιουτάγια ήταν ο ηγεμόνας Ραματιμπόντι Α΄ (Ramathibodi I), ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του μετενσάρκωση του θεού Βισνού. Η αρχαία πόλη υπήρξε έδρα 33 βασιλιάδων και διατήρησε την ισχύ της επί 417 χρόνια, από το 1350, έτος της ίδρυσής της, μέχρι το 1767. 
        Η αλλοτινή αυτή έδρα των βασιλιάδων του Σιάμ, κόσμημα της βουδιστικής αρχιτεκτονικής, καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από τους Βιρμανούς εισβολείς το 1767. Το Παλαιό Βασιλικό Ανάκτορο, όπως και πολλοί από τους αρχιτεκτονικούς και καλλιτεχνικούς θησαυρούς της πόλης, αλλά και πολύτιμα λογοτεχνικά κείμενα, μετατράπηκαν σε στάχτη και ερείπια κατά την άλωσή της από από τις βιρμανικές στρατιές.
          Η αρχαία πόλη της Αγιουτάγια ανακηρύχθηκε πολιτιστικό μνημείο και περιλήφθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 1991 στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO.
           Το πιο εντυπωσιακό αξιοθέατο στην παλιά πόλη της Αγιουτάγια, που προκαλεί και σήμερα το θαυμασμό των επισκεπτών, είναι το ιερό "Βατ Φρα Σι Σανπέτ" (Wat Phra Si Sanphet), με τους επιβλητικούς τρεις αιχμηρούς πύργους, τα "τσεντί", που ιδρύθηκε ως ιδιωτικός ναός της βασιλικής οικογένειας από το βασιλιά Μποροματραϊλοκανάτ (1448 - 1488) κατά το 15ο αιώνα. 
        Συμπληρώθηκε αργότερα από το γιο του Ραματιμπόντι Β΄ (1491 - 1529), ο οποίος έχτισε δύο "τσεντί" για να αποθέσει τις τέφρες του πατέρα του και του αδελφού του Μπορομαράτσα Γ΄ (1463 - 1488). Ένα τρίτο "τσεντί" κατασκευάστηκε στα μέσα του 16ου αιώνα από το βασιλιά Μπορομαράτσα Δ΄ για την τέφρα του Ραματιμπόντι Β΄. 
        Το Βατ Φρα Σι Σάνπετ λεηλατήθηκε από τους Βιρμανούς το 1767 και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα παρέμενε ένα ερείπιο.
        Σήμερα, το "βατ" με τα τρία μεγαλοπρεπή "τσεντί" έχει αναστηλωθεί και αποτελεί ορόσημο στην παλιά πόλη της Αγιουτάγια.

       Το μεγαλείο και η δύναμη της Αγιουτάγια αντικατοπτρίζεται στα πολυάριθμα συγκροτήματα των ναών της, που βρίσκονται διάσπαρτα σήμερα σ' όλη την έκταση της παλιάς πόλης. Ανάμεσα στους πιο σημαντικούς από αυτούς περιλαμβάνονται οι εξής: Βατ Μαχατάτ (1384), Βατ Ρατσαμπουράνα (απέναντι από το Βατ Μαχαράτ, αρχές 15ου αιώνα), Βατ Ταμικαράτ, Βατ Φρα Ραμ (1369, που δεσπόζει στη γύρω περιοχή με ένα εντυπωσιακό "πρανγκ" του 15ου αιώνα, διακοσμημένο με αγάλματα του Βούδα), Βατ Λοκάγια Σουταράμ, όπου στεγάζεται ένας ξαπλωμένος Βούδας μήκους 42 μέτρων, και το Βατ Σουβάν Νταραράμ, που καταστράφηκε από τους Βιρμανούς, αλλά ξαναχτίστηκε αργότερα από το βασιλιά Ράμα Α΄ (1782 - 1809). Σε μικρή απόσταση από το κέντρο της Αγιουτάγια υπάρχει ένα κατεστραμμένο "βιχάν" στο Βατ Γιάι Τσάι Μονγκόν, όπου βρίσκεται ένας υπερμεγέθης ξαπλωμένος Βούδας.